Στο μυαλό ενός ψυχοπαθή – Σκέψεις και συναισθήματα

Στο μυαλό ενός ψυχοπαθή – Σκέψεις και συναισθήματα

Οι σκέψεις και τα συναισθήματα ενός ψυχοπαθή διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από των υπόλοιπων ανθρώπων. Ο κινηματογράφος πολλές φορές προβάλλει τους ψυχοπαθείς ως στυγνούς, αιμοβόρους δολοφόνους που ζουν σε σκοτεινά υπόγεια μόνοι τους. Όμως η αληθινή εικόνα ενός ψυχοπαθή διαφέρει αρκετά.

Η ψυχοπάθεια χαρακτηρίζεται από επιφανειακή γοητεία, υψηλή νοημοσύνη, παθολογική εγωκεντρικότητα, ανικανότητα για αγάπη, έλλειψη τύψεων ή ντροπής, παρορμητικότητα, αίσθηση μεγαλοπρέπειας, χειραγωγική συμπεριφορά, μειωμένο αυτοέλεγχο.  Ως συνέπεια αυτών, η εικόνα του ψυχοπαθούς είναι αυτή ενός ψυχρού, άκαρδου, απάνθρωπου όντος. Αλλά δείχνουν όλοι οι ψυχοπαθείς πλήρη έλλειψη φυσιολογικών συναισθηματικών ικανοτήτων και ενσυναίσθησης;

Όπως όλοι οι άνθρωποι, πολλοί ψυχοπαθείς αγαπούν τους γονείς, τους συζύγους, τα παιδιά και τα κατοικίδια ζώα με τον δικό τους τρόπο, αλλά έχουν δυσκολία να αγαπήσουν και να εμπιστευτούν τον υπόλοιπο κόσμο.

Πώς «δημιουργείται» η ψυχοπάθεια

Οι ψυχοπαθείς μπορεί να υποφέρουν από συναισθηματικό πόνο για διάφορους λόγους. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έχουν μια βαθιά επιθυμία να τους αγαπήσουν και να τους φροντίσουν. Αυτή η επιθυμία παραμένει συχνά ανεκπλήρωτη, καθώς δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο να πλησιάσει κάποιον με τόσο απωθητικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Οι ζωές των περισσότερων ψυχοπαθών στερούνται ενός σταθερού κοινωνικού δικτύου ή θερμών, στενών δεσμών.

Το οικογενειακό ιστορικό ζωής ενός ψυχοπαθή συχνά χαρακτηρίζεται από μια χαοτική οικογένεια, έλλειψη γονικής μέριμνας και καθοδήγησης, ενδοοικογενειακή κακοποίηση και αντικοινωνική συμπεριφορά, κακές σχέσεις μεταξύ των γονέων και διαζύγιο. Αυτά τα άτομα μπορεί να αισθάνονται ότι είναι κρατούμενοι μιας ανεπαρκούς ζωής, πιστεύοντας ότι σε σύγκριση με τους φυσιολογικούς ανθρώπους έχουν λιγότερες ευκαιρίες και ελάχιστη τύχη.

Πώς νιώθει ο ψυχοπαθής άνθρωπος

Παρά την εξωτερική τους αλαζονεία, οι ψυχοπαθείς αισθάνονται κατώτεροι από τους άλλους και γνωρίζουν ότι στιγματίζονται από τη συμπεριφορά τους. Κάποιοι προσαρμόζονται επιδερμικά στο περιβάλλον τους, όντας ακόμη και αγαπητοί, αλλά πιστεύουν ότι πρέπει να κρύψουν προσεκτικά την πραγματική τους φύση επειδή δεν θα είναι αποδεκτή από άλλους. Αυτό οδηγεί τους ψυχοπαθείς σε μια δύσκολη επιλογή: προσαρμογή και συμμετοχή σε μια κενή, ψεύτικη ζωή ή να δείξουν τον αληθινό τους εαυτό και να ζήσουν μια μοναχική και απομονωμένη ζωή. Βλέπουν την αγάπη και τη φιλία που μοιράζονται οι άλλοι και αισθάνονται απογοητευμένοι, γνωρίζοντας ότι δεν θα είναι ποτέ μέρος αυτής.

Οι ψυχοπαθείς είναι γνωστό ότι χρειάζονται υπερβολική διέγερση στη ζωή τους, αλλά οι περισσότερες περιπέτειές τους καταλήγουν μόνο σε απογοήτευση λόγω συγκρούσεων με άλλους και μη ρεαλιστικών προσδοκιών. Επιπλέον, πολλοί ψυχοπαθείς απογοητεύονται από την αδυναμία τους να ελέγχουν τις σκέψεις τους και αντιμετωπίζουν επανειλημμένα τις αδυναμίες τους. Αν και μπορεί να προσπαθήσουν να αλλάξουν, η χαμηλή απόκριση φόβου και η σχετική αδυναμία να μάθουν από τις εμπειρίες οδηγούν σε επαναλαμβανόμενες αρνητικές, απογοητευτικές και καταθλιπτικές αντιπαραθέσεις με τον εαυτό τους, καταλήγοντας πολλές φορές και ενώπιον του δικαστηρίου.

Ψυχοπάθεια και έγκλημα

Η κοινωνική απομόνωση, η μοναξιά και ο συναισθηματικός πόνος  μπορεί να προηγούνται των βίαιων εγκληματικών πράξεων. Πιστεύουν ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι εναντίον τους και τελικά πείθονται ότι αξίζουν ειδικά προνόμια ή δικαιώματα για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους. Όπως εξέφρασαν οι ψυχοπαθείς δολοφόνοι Jeffrey Dahmer και Dennis Nilsen, οι βίαιοι ψυχοπαθείς φτάνουν τελικά σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή, όπου αισθάνονται ότι έχουν χάσει και την τελευταία λεπτή σύνδεση με τον κανονικό κόσμο. Οι Dahmer και Nilsen δήλωσαν ότι σκότωναν απλώς για συντροφιά. Και οι δύο άντρες δεν είχαν φίλους και οι μόνες κοινωνικές επαφές τους ήταν περιστασιακές συναντήσεις σε ομοφυλόφιλα μπαρ. Ο Nilsen παρακολουθούσε τηλεόραση και μιλούσε για ώρες με τα πτώματα των θυμάτων του. Ο Dahmer κατανάλωσε μέρη του σώματος των θυμάτων του για να γίνει ένα μαζί τους: πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο τα θύματα θα ζούσαν μέσα του.

Οι Dahmer και Nilsen ισχυρίστηκαν ότι δεν απολάμβαναν την ίδια τη δολοφονική πράξη. Ο πρώτος προσπάθησε να κάνει «ζόμπι» τα θύματά του με ένεση οξέος στον εγκέφαλό τους, αφού τους είχε μουδιάσει πρώτα με υπνωτικά χάπια. Ήθελε τον πλήρη έλεγχο των θυμάτων του, αλλά όταν απέτυχε, τους σκότωσε. Ο δεύτερος ένιωθε πολύ πιο άνετα με τα πτώματα απ’ ό,τι με τους ζωντανούς ανθρώπους – οι νεκροί δεν μπορούσαν να τον αφήσουν, όπως έλεγε. Έγραψε ποιήματα και μίλησε με τρυφερά λόγια στα πτώματα, χρησιμοποιώντας τα για συντροφιά.

 

× Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας

Αρχίστε να λαμβάνετε ενημερώσεις σχετικά με την υγεία, τη διατροφή, την ομορφιά και την φυσική κατάσταση.