Ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) είναι λοίμωξη που μολύνει τα λευκοκύτταρα, συνήθως στην παιδική ή μεταεφηβική ηλικία του ανθρώπου και τις περισσότερες φορές επιτίθεται σε νεαρές γυναίκες. Τι συμβαίνει στο έμβρυο όταν μια εγκυμονούσα προσβληθεί από τον ιό;
Η λοίμωξη αυτή είναι συνήθως ήπια σε άτομα με φυσιολογική ανοσολογική λειτουργία, αλλά ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) μπορεί να επανενεργοποιηθεί και να προκαλέσει εκτεταμένη ασθένεια σε εγκύους γυναίκες, άτομα με AIDS, ή σε εκείνους που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία κατόπιν μεταμόσχευσης οργάνου.
Tι είναι ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV)
O κυτταρομεγαλοϊός (CMV Cytomegalovirus) ανήκει στην οικογένεια των ερπητοϊών. Πρόκειται για έναν πολύ διαδεδομένο ιό, όπου στους περισσότερους ανθρώπους δεν προκαλεί συμπτώματα. Βέβαια, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις που έβλαψε τους ασθενείς προκαλώντας τους ηπατίτιδα ή πνευμονία. Ωστόσο, για τους ανοσοκατασταλμένους ασθενείς, η λοίμωξη είναι ανησυχητική, καθώς μπορεί να προκαλέσει πνευμονίτιδα, οισοφαγίτιδα, κολίτιδα, εγκεφαλίτιδα, ηπατίτιδα και αμφιβληστροειδίτιδα που οδηγεί σε τύφλωση. Σε μεταμοσχευμένους ασθενείς, η λοίμωξη από τον CMV θεωρείται πολύ σημαντική επιπλοκή που συχνά μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο. Ο CMV μεταδίδεται μέσω της σεξουαλικής επαφής, κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό ή κατά τη διάρκεια μεταμόσχευσης οργάνων.
CMV – Κυτταρομεγαλοϊός και συμπτώματα
Όπως προαναφέρθηκε η λοίμωξη του κυτταρομεγαλοϊού είναι συνήθως ασυπτωματική, αλλά ορισμένοι ασθενείς αναπτύσσουν συμπτώματα τύπου λοιμώδους μονοπυρήνωσης (πυρετό, πονόλαιμο, πρησμένους αδένες). Τα συμπτώματα στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς σχετίζονται προς το οργανικό σύστημα, το οποίο έχει μολυνθεί από CMV και περιλαμβάνουν θολή όραση, η οποία οδηγεί σε τύφλωση, διάρροια, βήχα και δύσπνοια.
CMV – Κυτταρομεγαλοϊός και εγκυμοσύνη
Ο κυτταρομεγαλοϊός βρίσκεται στο σάλιο και τα ούρα των ατόμων που έχουν μολυνθεί. Η μόλυνση από τον CMV κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει νοητική καθυστέρηση και μικροεγκεφαλία στο νεογέννητο. Επίσης, μπορεί να προκαλέσει δυσπλασίες στο έμβρυο όταν μεταδοθεί από τη μέλλουσα μητέρα. Μια μελέτη που έχει δημοσιευτεί στο αμερικανικό «Associated Press», αναφέρει πως οι πιθανότητες λοίμωξης κατά την εγκυμοσύνης είναι λίγες και οι πιθανότητες μετάδοσης στο έμβρυο ακόμη λιγότερες. Ωστόσο, κάθε έγκυος γυναίκα θα πρέπει να ακολουθεί τις απαραίτητες προφυλάξεις πρόληψης μολύνσεων.

Όταν το έμβρυο μολυνθεί από τον κυτταρομεγαλοϊό μέσα στη μήτρα, τότε γίνεται λόγος για συγγενής λοίμωξη από τον ιό. Στατιστικά 1 στα 150 μωρά έρχονται στον κόσμο με συγγενή λοίμωξη από τον ιό. Όμως μόλις το 1 στα 5 μωρά με συγγενή λοίμωξη θα παρουσιάσουν μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας.
Μόλις 1 στα 750 μωρά ενδέχεται να παρουσιάσουν προβλήματα υγείας, λόγω λοίμωξης από CMV κατά την κύηση
Αν πρόκειται για πρώτη επαφή με τον ιό, τότε ο γυναικολόγος θα συστήσει να υποβληθείτε σε αμνιοπαρακέντηση, ώστε να ελέγξει αν το έμβρυο έχει μολυνθεί. Στις σπάνιες περιπτώσεις σημαντικής βλάβης που είναι ορατή υπερηχογραφικά, πρέπει να προταθεί η θεραπευτική διακοπή της κύησης.
CMV – Κυτταρομεγαλοϊός και αντισώματα
Τα αντισώματα που ανιχνεύονται στο αίμα ταυτοποιούν τη μόλυνση, αλλά δεν προστατεύουν έναντι της επανενεργοποίησης του ιού. Ο προσδιορισμός της παρούσας λοίμωξης από τον κυτταρομεγαλοϊό, είναι η σημαντική αλλαγή στον τίτλο των αντισωμάτων, σε δύο δείγματα τα οποία απέχουν χρονικά μεταξύ τους -διάστημα δύο εβδομάδων-, και οι δύο δοκιμές γίνονται στο ίδιο εργαστήριο. Πιο αναλυτικά, η επιβεβαίωση, ότι κάποιος φέρει τον ιό έρχεται μέσω της ανίχνευσης στο αίμα των χαρακτηριστικών αντισωμάτων, τα οποία παράγονται από το σώμα. Τα αντισώματα αυτά είναι δύο ειδών: τα λεγόμενα IgM, που υποδηλώνουν πρόσφατη λοίμωξη από τον ιό και τα IgG, τα οποία παραμένουν στον οργανισμό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.

Εγκεκριμένη εξέταση από τον FDA για ασθενείς με κυτταρομεγαλοϊό
Η Roche εδώ και τουλάχιστον μία πενταετία έχει δώσει την έγκριση της πρώτης εξέτασης για τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV) από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για χρήση σε λήπτες μοσχεύματος αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων. Η εξέταση αυτή ήταν η πρώτη in vitro διαγνωστική εξέταση που ήταν σύμφωνη με το Διεθνές Πρότυπο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), δίνοντας τη δυνατότητα σε όλα τα εργαστήρια παγκοσμίως να αποκτήσουν συγκρίσιμα αποτελέσματα στον έλεγχο για τον CMV, ενώ πλέον αποτελεί την συνηθέστερη in vitro διαγνωστική εξέταση για τον CMV που χρησιμοποιείται στους λήπτες μοσχεύματος συμπαγών οργάνων στην Αμερική.
Tέλος, τα αποτελέσματα της εξέτασης πρέπει να ερμηνεύονται σε συνδυασμό με όλα τα σχετικά κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα.