Το Νοσοκομείο «Σωτηρία», το πλέον εξειδικευμένο πνευμονολογικό νοσοκομείο της χώρας και το πρώτο νοσοκομείο αναφοράς του Covid-19 στην αρχή της πανδημίας, συνεχίζει με σοβαρές ελλείψεις εν μέσω του δεύτερου κύματος του νέου κορονοϊού.

Η οικονομική κρίση, η έλλειψη των ειδικευομένων και η «ασυλοποιημένη» Ιατρική συνετέλεσαν εδώ και χρόνια στην παρακμή του νοσοκομείου. Οι πνευμονολογικές κλινικές λειτουργούν με σημαντική υποστελέχωση, ενώ χρόνιες ελλείψεις υπάρχουν και σε άλλες ειδικότητες, απαραίτητες για την εφαρμογή της σύγχρονης Πνευμονολογίας.

«Τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει μεγάλη ζήτηση για την ειδικότητα της Πνευμονολογίας  και σίγουρα για την ειδικότητα της Πνευμονολογίας στο «Σωτηρία». Μετά τα τελευταία χρόνια παρακμής η πανδημία βρήκε το νοσοκομείο σε κακή κατάσταση, αδύναμο να

Χαράλαμπος Μόσχος, πνευμονολόγος-φυματιολόγος του Νοσοκομείου «Σωτηρία»

διαχειριστεί τα υπάρχοντα προβλήματα. Έτσι, ενώ οι συνθήκες εν μέσω της αυξημένης κίνησης του χειμώνα είχαν φτάσει σε οριακό σημείο την καθημερινή λειτουργία του νοσοκομείου, το «Σωτηρία» δέχτηκε το… φιλί της ζωής από την πανδημία Covid-19 και ήρθε στο προσκήνιο και στους προβολείς της δημοσιότητας.

Ένα νοσοκομείο με περιορισμένες δυνατότητες (χαρακτηρισμένο ως δευτεροβάθμιο) και εξειδίκευση στα πνευμονολογικά νοσήματα έγινε, όπως ήταν προφανές, η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι σε μια νόσο που προσβάλλει κυρίως τους πνεύμονες και χρειάζεται εξειδικευμένη φροντίδα και κλινικές πράξεις για υποστήριξη του αναπνευστικού» αναφέρει ο κ. Χαράλαμπος Μόσχος, πνευμονολόγος-φυματιολόγος, επιμελητής Α’ στο Νοσοκομείο «Σωτηρία».

Η διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας

 «Το νοσοκομείο μπορεί να μην είχε πολλούς γιατρούς, άλλα είχε πάρα πολλά “πνευμονολογικά” κρεβάτια, δύο Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, μία Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας και τεράστια πείρα στη διαχείριση της αναπνευστικής ανεπάρκειας. Επιπλέον, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα νοσοκομεία του Λεκανοπεδίου, υπήρχε χωροταξικά η δυνατότητα αύξησης των κλινών και δημιουργίας νέων κλινικών αναλόγως των αναγκών (όπως για παράδειγμα η νέα ΜΕΘ, που βρίσκεται υπό κατασκευή).Εν τούτοις, η αρχική διαχείριση της κατάστασης ήταν δύσκολη, κυρίως λόγω της ψυχολογικής επιβάρυνσης του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού κατά την πρώτη του επαφή με αυτή την άγνωστη, θανατηφόρα και ιδιαίτερα μεταδοτική ιογενή νόσο.

Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι το ΕΣΥ είναι ένα “γερασμένο” σύστημα υγείας, με σημαντικό ποσοστό ιατρών μεγάλης ηλικίας, πολλές φορές με συννοσηρότητες. Οι ελλείψεις ποιοτικών μέσων ατομικής προστασίας επέτεινε τον δικαιολογημένο φόβο, ειδικά στους πιο ηλικιωμένους συναδέλφους.

Επιπλέον, η ίδια η απρόβλεπτη φύση της νόσου είναι κάτι το πρωτόγνωρο και ανησυχητικό. Οι σοβαρότερα ασθενείς με Covid-19 παρουσιάζουν συχνά ταχύτατη επιδείνωση, και γι’ αυτό είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση – επείγουσα παρέμβαση. Η μεταδοτικότητα όμως αυτών των ασθενών, που δεν επιτρέπει τη διαρκή διά ζώσης παρακολούθηση, σε συνδυασμό με τις σοβαρές ελλείψεις ιατρικού-νοσηλευτικού προσωπικού, οδήγησαν το νοσοκομείο σε οριακή κατάσταση, με μόλις 40%-50% πληρότητα.

Ευτυχώς, με το που έγινε αντιληπτή η σοβαρότητα της κατάστασης και άρχισαν να γίνονται ορατές καταστάσεις που είδαμε στη γειτονική Βόρεια Ιταλία, το lockdown απέδωσε και τα περιστατικά ξεκίνησαν να μειώνονται.

Ήμασταν πολύ τυχεροί στην πρώτη φάση της επιδημίας. Αποκτήθηκε εμπειρία χωρίς μεγάλο κόστος. Όμως, αυτός ο χρόνος θα έπρεπε να είχε αξιοποιηθεί για την προετοιμασία εν όψει του “δεύτερου κύματος”, με τρόπο επιτακτικό χωρίς να αφεθεί δευτερόλεπτο να πάει χαμένο» δηλώνει στη «Health4U» ο κ. Μόσχος.

Ελλείψεις υποδομών και υποστελέχωση

«Τα νούμερα που ανακοινώνονται σχετικά με τις προσλήψεις και τις αυξήσεις κλινών ΜΕΘ ή Covid αποτελούν μια ωραιοποιημένη εκδοχή της αλήθειας. Πράγματι υπάρχουν νοσοκομεία που ενισχυθήκαν. Όμως, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανακοινωθεισών και πολυδιαφημισμένων προσλήψεων “ιατρονοσηλευτικού και άλλου προσωπικού” αφορούσε νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό.

Οι προσλήψεις ιατρών ήταν σχετικά περιορισμένες και κάποιες αφορούσαν ειδικότητες ή νοσοκομεία που δεν σχετίζονταν άμεσα με την αντιμετώπιση της πανδημίας. Έτσι κι αλλιώς το “Σωτηρία”, λόγω των γνωστών στην ιατρική κοινότητα προβλημάτων, δεν ήταν ελκυστικό για να προσελκύσει ιατρούς με συμβάσεις χωρίς πιθανότητα εξέλιξης. Πόσω μάλλον εν μέσω πανδημίας Covid-19, σε συνθήκες δηλαδή που θέτουν την υγεία του ιατρικού προσωπικού σε αυξημένο κίνδυνο. Λόγω της μεγάλης ζήτησης σε ιατρικό προσωπικό, προτιμήθηκαν νοσοκομεία με καλύτερες εργασιακές συνθήκες και προοπτικές».

Δεν υπάρχει προοπτική για καλύτερες συνθήκες εγρασίας

«Από πλευράς στελέχωσης είμαστε στη χειρότερη κατάσταση. Ελαφρώς χειρότερα ακόμα και από τον Μάρτιο, οπότε ξεκίνησε η εμπλοκή του νοσοκομείου με την πανδημία. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν κλινικές όπου ένας γιατρός (συνήθως επιμελητής ή διευθυντής) εφημερεύει μόνος του για πάνω από 20 ασθενείς με Covid-19. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι προοδευτικά οι νοσηλευόμενοι ασθενείς θα είναι σε σοβαρότερη κατάσταση, ενώ είναι πιθανό μελλοντικά να χρειάζεται να παραταθεί η νοσηλεία των διασωληνωμένων ασθενών σε κοινό θάλαμο μέχρι τη μεταφορά τους σε διαθέσιμη κλίνη ΜΕΘ. Σε αυτές τις συνθήκες, είναι δεδομένο πως δεν θα είναι εφικτό ένας ιατρός να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις παρά τις φιλότιμες προθέσεις. Δυστυχώς, δεν φαίνεται να υπάρχει προοπτική να αλλάξει κάτι άμεσα» διευκρινίζει.

«Ούτε μεγάλες βελτιώσεις, όμως, στις υλικοτεχνικές υποδομές υπήρξαν. Δεν έχουμε επάρκεια σε θαλάμους με κατάλληλο εξοπλισμό ασφάλειας και παρακολούθησης. Λόγω της μολυσματικότητας της νόσου, η δυνατότητα διά ζώσης ελέγχου είναι δύσκολη. Κάποιοι το κάνουμε με κίνδυνο της υγείας μας. Το 2020, όμως, δεν είναι τόσο δύσκολο να υπάρχει εξ αποστάσεως παρακολούθηση».

Η επικοινωνιακή διαχείριση  της Covid-19, επικράτησε εις βάρος της ουσιαστικής διαχείρισης 

«Οι συνέπειες της ελλιπούς στελέχωσης και των ανεπαρκών υλικοτεχνικών υποδομών θα έχουν συνέπειες και ως προς την επάρκεια κλινών ΜΕΘ. Εκεί δηλαδή όπου θα δοθεί η μάχη για τη θνητότητα και θνησιμότητα της νόσου. Η αδυναμία εντατικής παρακολούθησης και έγκαιρης παρέμβασης οδηγεί σε διασωληνώσεις που θα μπορούσαν, υπό άλλες συνθήκες, να είχαν αποφευχθεί».

«Υπήρξαν μεταβατικοί μήνες στους οποίους οι κλινικές ήταν άδειες και πολλά από τα παραπάνω θα μπορούσαν να είχαν διορθωθεί. Πιθανώς υπήρξε υποτίμηση της κατάστασης και υπερτίμηση της δυνατότητας επιδημιολογικού ελέγχου της επιδημίας, λόγω της επιτυχίας στον περιορισμό του πρώτου κύματος. Η επικοινωνιακή διαχείριση επικράτησε εις βάρος της ουσιαστικής διαχείρισης» καταλήγει.

Οι ελλείψεις υποδομών, σε συνδυασμό με την απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου και τη διαχρονική έλλειψη ευελιξίας σε τοπικό επίπεδο, δημιουργούν ανασφάλεια στο προσωπικό, το οποίο αισθάνεται εκτεθειμένο. Είναι εξαιρετικά σημαντικό, εν μέσω αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης και σε αυτές τις συνθήκες υποστελέχωσης, να διαφυλάσσονται, εκτός από τη σωματική, η ψυχική υγεία και το ηθικό του προσωπικού. Είναι ο μοναδικός τρόπος να εξασφαλιστεί η ποιότητα των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών με γνώμονα την ασφάλεια και την υγεία του ασθενούς που εμπιστεύεται το ΕΣΥ με τη ζωή του.