Ο σκηνοθέτης της «Πολίτικης κουζίνας», Τάσος Μπουλμέτης, μιλά στο health4U.gr για την προσφυγιά, τις αλησμόνητες πατρίδες, την ΑΕΚ και, φυσικά, τις ταινίες του. 

Η ανθρωπότητα βιώνει τα υψηλότερα νούμερα μετακίνησης πληθυσμών στην ανθρώπινη ιστορία. Ένας άνευ προηγουμένου αριθμός 70,8 εκατ. ανθρώπων σε όλο τον κόσμο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους στα τέλη του 2018. Μεταξύ αυτών, σχεδόν 30 εκατ. πρόσφυγες, ενώ πάνω από τους μισούς ανθρώπους είναι παιδιά κάτω των 18 ετών. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα, όπως εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη και ελεύθερη κυκλοφορία.

Με τον Τάσο Μπουλμέτη είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το προσφυγικό ζήτημα, αλλά φυσικά και για τις δικές του προσωπικές εμπειρίες, όντας πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη στις μαζικές απελάσεις του 1964-65. Τάσος Μπουλμέτης Πολίτικη Κουζίνα

Η «Πολίτικη κουζίνα» είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας

Η «Πολίτικη κουζίνα» είναι σε μεγάλο μέρος αυτοβιογραφική και δημιουργήθηκε σε μια περίεργη φάση της ζωής μου. Είχα έρθει σε σύγκρουση με την εταιρεία που δούλευα εκείνη την περίοδο και αποφάσισα να κάνω μια αναδρομή της ζωής μου για το τι είχα καταφέρει έως τότε. Στην προσωπική αυτή αναζήτηση κατάλαβα ότι δεν είχα πάει στην Πόλη για 30 χρόνια και αποφάσισα να την επισκεφθώ. Για μένα αυτό το ταξίδι ήταν ένα ταξίδι ζωής. Έτσι, από την επίσκεψη της Πόλης το 1994 και μέχρι το 2002 έκανα το σενάριο της «Πολίτικης κουζίνας».

Έχω πολλές αναμνήσεις από τη μέρα του διωγμού. Ο διωγμός ήταν μια απώλεια μεγάλη, ένα τραύμα, το οποίο έγινε μεγαλύτερο με την άφιξη στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι μάς έδιωξαν σαν Έλληνες και εδώ μας έβλεπαν σαν Τούρκους. Αυτή ίσως είναι η «σχιζοφρένεια» του πρόσφυγα, το να είναι ξένος παντού. Έχω κάνει πάρα πολλά ταξίδια από το ’94 στην Πόλη και ξυπνάνε πολλές αναμνήσεις με κάθε μου ταξίδι. Οι περισσότεροι ηθοποιοί στην «Πολίτικη κουζίνα» μου έλεγαν ότι μεγάλωσαν με ακούσματα από τους παππούδες και τις γιαγιάδες, οι οποίοι μιλούσαν μόνο τουρκικά. Κάποιοι ηθοποιοί είχαν συγγενείς που έζησαν μέχρι και τη Μικρασιατική καταστροφή. Καθώς μου το έλεγαν πάρα πολλά άτομα, νόμιζα ότι μου έλεγαν ψέματα. Όταν επισκέφθηκα όμως τη Θεσσαλονίκη, κατάλαβα ότι έλεγαν την αλήθεια.

Η «μεταφυσική» σύνδεση με την πατρίδα 

Πρόσφυγες 2ης και 3ης γενιάς κουβαλάνε μέσα τους την πολιτισμική κληρονομιά της πατρίδας τους χωρίς να έχουν ζήσει ποτέ εκεί. Το έχω βιώσει πολύ έντονα στην Αμερική. Βλέπεις παιδιά στην Αμερική και θαρρείς ότι κυλάει στο αίμα τους κάτι το ελληνικό. Βέβαια, αυτό έχει να κάνει και με τις αφηγήσεις και αυτά που τους μετέφεραν οι γονείς τους. Βλέπεις παιδιά 2ης και 3ης γενιάς να μιλάνε με υπερηφάνεια για την καταγωγή τους, και αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Έλληνες πρόσφυγες. Υπάρχει ακόμη μεγάλη αγάπη και για την τοπικιστική καταγωγή τους, δηλαδή Κρήτες, Καλύμνιοι να είναι περήφανοι για την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Έχουν μια σύνδεση, σαν κάτι μεταφυσικό στο DNA τους.

Η πατρίδα για μένα είναι κάτι που κουβαλάς μέσα σου. Εγώ θεωρώ ότι είμαι Έλληνας της διασποράς και όχι Ελλαδίτης, κάτι σαν διεθνής Έλληνας. Γουστάρω να είμαι Έλληνας παντού. Στην «Πολίτικη κουζίνα», όταν ο παππούς εκπαιδεύει τον μικρό γιατί καταλαβαίνει ότι πλησιάζει ο διωγμός, χρησιμοποιεί τα αστέρια και τα μπαχάρια. Του εξηγεί ότι, όπως αυτά τα δύο μπορούν να βρεθούν σε κάθε σημείο του πλανήτη, έτσι και εκείνος θα έχει ταυτότητα και οντότητα οπουδήποτε κι αν βρεθεί. Αυτό ακριβώς είναι για μένα αυτό που λέμε «πατρίδα». Η πραγματική μου πατρίδα είναι η Κωνσταντινούπολη. Έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν έχει να κάνει με σύνορα. Τα σύνορα σχηματίζουν το κράτος. Η πατρίδα έχει να κάνει με τον πολιτισμό, να είσαι δηλαδή σε έναν ξένο τόπο και να ψάχνεις να βρεις ούζο και να ακούσεις Χατζιδάκι.Τάσος Μπουλμέτης 1968 ΑΕΚ

Η ταινία «1968» και η ΑΕΚ

Η Κωνσταντινούπολη με τη συνθήκη της Λωζάνης είχε εξαιρεθεί από την ανταλλαγή πληθυσμών. Όσοι Κωνσταντινουπολίτες λοιπόν έφυγαν, έφυγαν από μόνοι τους, γιατί φοβήθηκαν μην πάθουν τα ίδια με τους Μικρασιάτες. Ήρθαν λοιπόν στην Ελλάδα και, έχοντας πολύ έντονη την αίσθηση της κοινότητας, έστησαν τα αθλητικά σωματεία που ήταν διαδεδομένα και στην Πόλη από το 1870, το Πέρα και τα Ταταύλα. Ήταν άνθρωποι με όραμα και στήσανε την ΑΕΚ. Η διαφορά της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ στην αρχή ήταν ότι οι ΠΑΟΚτζήδες έλεγαν ότι δέχονταν όλους τους πρόσφυγες, ενώ οι ΑΕΚτζήδες μόνο τους Κωνσταντινουπολίτες ‒ αργότερα βέβαια άλλαξε αυτό.

Το προσφυγικό στις μέρες μας

Το προσφυγικό είναι ένα πράγμα φοβερά πολυσύνθετο. Η διαφορά του πρόσφυγα από τον μετανάστη είναι η επιλογή. Στην Ελλάδα έχουμε πρόσφυγες και μετανάστες. Οι πολιτικοί πρόσφυγες είναι αυτονόητο ότι πρέπει να είναι καλοδεχούμενοι από τον πολιτισμό μας. Υπάρχουν όμως και μετανάστες που δεν γνωρίζουμε κατά πόσο έρχονται να ενσωματωθούν και κατά πόσο δέχονται να ακολουθήσουν τους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας όπου φτάνουν. Θυμάσαι πώς αντιμετωπίζαμε τους Αλβανούς πριν από 20 χρόνια; Πλέον οι Αλβανοί έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία μας και πολλές φορές είναι ανωτέρου επιπέδου από τους Έλληνες. Έχουν φτιάξει τα νοικοκυριά τους και είναι Έλληνες πολίτες. Αυτή ήταν μια πολύ υγιής ενσωμάτωση. Όλο αυτό το κύμα όμως γίνεται και για πολιτικούς λόγους, καθώς ο Ερντογάν παίζει ένα μεγάλο παιχνίδι με τους μετανάστες.

Οι Έλληνες, πιστεύω, είναι όντως φιλόξενος λαός. Σαφώς υπάρχει βέβαια ένας ρατσισμός, που υπήρχε από παλιά αλλά δεν είχε εκδηλωθεί. Οι πρώτοι μετανάστες που είχαν έρθει στην Ελλάδα ήταν οι Φιλιππινέζοι. Εκείνοι ενσωματώθηκαν και δημιούργησαν τη δική τους κοινότητα, πάραξαν πλούτο και άρχισαν να φορολογούνται. Όταν άνοιξε η Αλβανία, τότε αναδείχτηκε ο ρατσισμός, που κορυφώθηκε με την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων. Σε γενικές γραμμές όμως θεωρώ ότι είμαστε φιλόξενοι. Πρέπει ως χώρα να έχουμε και τα όριά μας από την άλλη, διότι δεν μπορείς να τους δεχτείς όλους, για πάρα πολλούς λόγους. Είμαστε μικρή χώρα και πολλοί τη βλέπουν, ούτως ή άλλως, σαν πέρασμα. Τάσος Μπουλμέτης Μικρασιατική καταστροφή

Όταν το τοπικό γίνεται οικουμενικό

Η πιο σημαντική ιστορία που έχω να διηγηθώ από την επαγγελματική μου πορεία είναι από μια εμπειρία μου στην Αργεντινή, όπου η «Πολίτικη κουζίνα» έκανε και πολύ μεγάλη επιτυχία. Εκείνη την εποχή παιζόταν και μια ταινία από τη σειρά «Ο πόλεμος των άστρων» και η «Πολίτικη κουζίνα» είχε την ίδια επιτυχία. Στην Αργεντινή ο τίτλος της ταινίας ήταν «Το αλάτι της ζωής». Η κάθε χώρα έδινε στην ταινία τον τίτλο του αγαπημένου της μπαχαρικού.

Εγώ εκείνη την εποχή βρισκόμουν στην Αργεντινή και είχα πάει στο σπίτι μιας φίλης. Η Αργεντινή είναι μια χώρα που δημιουργήθηκε από μετανάστες. Ο Ωνάσης στην Αργεντινή πήγε μετά τη Μικρά Ασία. Η φίλη μου είπε στην παρέα που βρισκόμουν ότι «ο Τάσος είναι ο σκηνοθέτης που έκανε την “Πολίτικη κουζίνα”». Πετάχτηκε τότε μια κοπέλα και είπε: «Ποια; Την ταινία που μου είπε η γιαγιά μου από την Παταγονία να πάω να δω;». Τότε συνειδητοποίησα ότι υπάρχει μια γριά στην Παταγονία η οποία πήγε και είδε την «Πολίτικη κουζίνα» και πήρε την εγγονή της να πάει να τη δει. Η ταινία έσπασε τα σύνορα, χωρίς να είναι στις προθέσεις μου. Αν υπάρχει μια συνταγή λοιπόν για να γίνει κάτι διεθνές, είναι να καταφέρεις το τοπικό να το κάνεις οικουμενικό.

Διαβάστε ακόμα για: