Η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη θέση εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κρούσματα του φαρμακοανθεκτικού μύκητα Candidozyma auris (πρώην Candida auris), χαρακτηριζόμενος πλέον ως μια σοβαρή απειλή για τους ασθενείς που νοσηλεύονται, ιδίως όσους βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση.
Η κατάσταση σήμερα : Candidozyma auris – σημαντικά στοιχεία
-
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ECDC για το 2024, η εξάπλωση του C. auris στα νοσοκομεία της Ευρώπης γίνεται με γρήγορους ρυθμούς.
-
Από το 2013 έως το 2023, οι χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ κατέγραψαν συνολικά 4.012 περιστατικά αποικισμού ή λοίμωξης από C. auris.
-
Το 2023 μόνο, αναφέρθηκαν 1.346 νέα περιστατικά σε 18 χώρες, γεγονός που δείχνει μια έντονη άνοδο της συχνότητας εμφάνισης.
-
Οι χώρες με τα περισσότερα περιστατικά στην τελευταία δεκαετία είναι: Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ρουμανία και Γερμανία.
-
Στην Ελλάδα, έχουν καταγραφεί 852 περιστατικά κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας.
-
Σήμερα, δεν είναι πλέον εφικτό για χώρες όπως η Ελλάδα να διαχωρίσουν συγκεκριμένες εστίες εξάρσεων, λόγω της ευρείας περιφερειακής ή και εθνικής διάδοσης του παθογόνου.
-
Ο μύκητας εμφανίζει αντοχή σε αντιμυκητιασικά φάρμακα, καθιστώντας τη θεραπεία πολλές φορές πολύ δύσκολη.
-
Προσβάλλει κυρίως βαριά πάσχοντες ασθενείς (ΜΕΘ, μετά από χειρουργικές επεμβάσεις, με επεμβατικές συσκευές).
-
Συχνά αποικίζει χωρίς να προκαλεί συμπτώματα (φορεία), και ο ασθενής μπορεί να μεταδώσει τον μύκητα στο περιβάλλον ή σε άλλους ασθενείς.
-
Επιβιώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω σε επιφάνειες, ιατρικό εξοπλισμό όπως θερμόμετρα, πιεσόμετρα, κάγκελα κλίνης, κομοδίνα — και η απολύμανση δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική με τα συμβατικά μέσα.
-
Η θνητότητα που αποδίδεται σε λοιμώξεις από C. auris είναι σημαντική — σε μερικές μελέτες αναφέρεται έως και 50 % ή και περισσότερο σε ευάλωτους ασθενείς.
Η εμπειρία από ελληνικά νοσοκομεία
-
Σε εργαστήριο του νοσοκομείου «Αττικόν», ο αναπληρωτής καθηγητής Μικροβιολογίας Ιωσήφ Μελετιάδης τόνισε ότι ο C. auris έχει πλέον αλλάξει ριζικά την επιδημιολογία των μυκήτων στα ελληνικά νοσοκομεία και θεωρείται πλέον το πιο κοινό νοσοκομειακό παθογόνο μεταξύ μυκήτων.
-
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο μύκητας είναι ιδιαίτερα ανθεκτικός τόσο στα αντιμυκητιασικά όσο και σε κοινά απολυμαντικά — γεγονός που τον καθιστά δύσκολο να ελεγχθεί.
-
Αναφέρεται ότι η χώρα έχει όχι μόνο περιστατικά λοίμωξης αλλά και αποικισμού, με ασθενείς που παραμένουν φορείς για μεγάλο χρονικό διάστημα — χωρίς ακόμη μέθοδο πλήρους αποαποικισμού.
Τι πρέπει να γίνει: προτάσεις και δράσεις σύμφωνα με το ECDC και ειδικούς
-
Υποχρεωτική καταγραφή περιστατικών
Η υφιστάμενη διαδικασία στην Ελλάδα είναι εθελοντική και καταγράφονται κυρίως τα βαριά περιστατικά. Πολλοί ειδικοί προτείνουν να τεθεί η δήλωση του C. auris ως υποχρεωτική ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα. -
Ενίσχυση της εργαστηριακής ικανότητας
Τα μικροβιολογικά εργαστήρια πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ταυτοποιούν με ακρίβεια τον C. auris, να εκτελούν αντιμυκητιασικές δοκιμές και να αναφέρονται έγκαιρα. -
Έγκαιρη ανίχνευση και επιτήρηση
Η συνεχής επιτήρηση ασθενών για αποικισμό ή λοίμωξη (screening) — ειδικά όταν εισάγονται σε ΜΕΘ ή μετά από μεταφορά από άλλο νοσοκομείο — μπορεί να εντοπίσει πρώιμα περιπτώσεις και να μειώσει τη διασπορά. -
Μέτρα πρόληψης και έλεγχος μετάδοσης (IPC)
-
Απομόνωση ασθενών που είναι φορείς ή έχουν λοίμωξη
-
Χρήση αποκλειστικού προσωπικού όπου είναι εφικτό
-
Εντατική καθαριότητα και απολύμανση δωματίων και ιατρικού εξοπλισμού
-
Σχολαστικό πλύσιμο χεριών του προσωπικού
-
Ενημέρωση και συνεργασία μεταξύ νοσοκομείων για τη διαχείριση ασθενών με C. auris
-
-
Εκπαίδευση προσωπικού και ενημέρωση
Εκπαιδεύσεις νοσηλευτών, ιατρών και λοιπού προσωπικού για να αναγνωρίζουν κινδύνους μετάδοσης και να εφαρμόζουν σωστές πρακτικές απολύμανσης και ελέγχου. -
Στρατηγική εθνικής ανταπόκρισης
Το Υπουργείο Υγείας και οι αρμόδιες υγειονομικές αρχές πρέπει να θεσπίσουν ένα εθνικό σχέδιο δράσης για το C. auris, με κατευθυντήριες γραμμές, υποχρεωτική επιτήρηση, πόρους και συντονισμό.
Συμπέρασμα
Η εξάπλωση του Candidozyma auris στα ελληνικά νοσοκομεία αποτελεί πλέον σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Η αντοχή του στα φάρμακα, η δυνατότητα μακροχρόνιας επιβίωσης σε επιφάνειες και η συχνή αποικιστική παρουσία τον καθιστούν δύσκολα αντιμετωπίσιμο.
Ωστόσο η μάχη δεν έχει χαθεί: με έγκαιρη ανίχνευση, υποχρεωτική καταγραφή, σωστή εφαρμογή μέτρων πρόληψης και πανελλαδική στρατηγική, είναι δυνατό να περιοριστεί η διασπορά του και να προστατευτούν οι πιο ευάλωτες ομάδες ασθενών.