fbpx
ηλικιωμένος σε κοινωνική απομόνωση με κινητό

Covid-19: Οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν καλύτερα τη μοναξιά

Οι ηλικιωμένοι φαίνεται να αντιμετωπίζουν καλύτερα τη μοναξιά και την κοινωνική απομόνωση από τους νεότερους ενηλίκους κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19.

Σύμφωνα με άρθρο στο «JAMA», η ανθεκτικότητα που έχουν οι ηλικιωμένοι στις εκάστοτε συνθήκες τούς βοηθά να αντιμετωπίσουν το άγχος και τη μοναξιά που σχετίζονται με την απομόνωση στην περίοδο της πανδημίας.

Συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, ψυχικού τραύματος, μέχρι και έναρξη ή αύξηση της χρήσης ουσιών διαπίστωσαν έρευνες του Κέντρoυ Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC). Αναφέρεται ότι το 40,9% των ερωτηθέντων εμφάνισαν τουλάχιστον μία δύσκολη ψυχική κατάσταση υγείας.

Η ανθρώπινη κοινωνική επαφή

H ανθρώπινη κοινωνική επαφή παίζει σημαντικό ρόλο στην προσωπική μας ευημερία και στο πώς συνδεόμαστε με τους άλλους.

Οι περισσότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις εμπεριέχουν σε μεγάλο βαθμό κάποιο είδος σωματικής επαφής. Συνοδεύονται συνήθως από μια χειραψία, αγκαλιά ή ένα φιλί στο μάγουλο. Οι συγκεκριμένες χειρονομίες εξαρτώνται από την κουλτούρα του εκάστοτε πολιτισμού και συμβάλλουν στην εδραίωση ενός δεσμού εμπιστοσύνης με τους άλλους.

Η ανθρώπινη μη λεκτική επικοινωνία δύναται να ενεργοποιεί ένα φάσμα θετικών συναισθημάτων, όπως η χαρά, η ασφάλεια και η χαλάρωση.

Λόγω των νέων συνθήκων της πανδημίας η κοινωνική επαφή είναι ελάχιστη. Σε κάποιους η έλλειψή της στην καθημερινότητα επιφέρει ψυχολογικές συνέπειες λόγω των αρνητικών συναισθημάτων που τους καταβάλλουν. Κάποιοι όμως την έλλειψη αυτή την αντιμετωπίζουν καλύτερα από άλλους.

Νέοι και ηλικιωμένοι

Η κοινωνική στέρηση και η μείωση των επιπέδων κοινωνικής αλληλεπίδρασης λόγω πρόληψης θεωρούνται φυσιολογικές, ανάλογα με την πολιτισμική κουλτούρα. Είναι όμως ιδιαίτερα επιβλαβείς για τους εφήβους.

Μια ανασκόπηση σε μελέτες του 2020 που διερευνούν την κοινωνική απομόνωση και τη μοναξιά διαπίστωσε ότι αυτοί οι παράγοντες προέβλεπαν έντονα τη μετέπειτα κατάθλιψη σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενηλίκους.

Επιπλέον, η μοναξιά συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο προβλημάτων ψυχικής υγείας στη ζωή έως και εννέα χρόνια αργότερα.

Άρθρο της Ευρωπαϊκής Παιδιατρικής Εταιρείας διερεύνησε την ψυχική υγεία των εφήβων κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19. Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα από προκαταρκτικές μελέτες στην Κίνα και διαπίστωσαν ότι εκείνοι που ήταν ηλικίας 3-18 ετών ήταν πιο ευερέθιστοι και φοβισμένοι στο να κάνουν ερωτήσεις σχετικά με τον κορονοϊό. Είχαν επίσης προβλήματα αϋπνίας και ανορεξίας.

Πρόσφατη μελέτη επιβεβαίωσε τα προβλήματα της πανδημίας στους νεαρούς ενηλίκους. Διαπίστωσε ότι μια ομάδα ατόμων ηλικίας 22-29 ετών είχαν αυξημένα συμπτώματα κατάθλιψης που προέρχονται από μοναξιά. Το 60,7% αφορούσε τις γυναίκες.

Σύμφωνα με έρευνες, η κοινωνική απομόνωση μπορεί να προκαλέσει σωματικά συμπτώματα, όπως εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, αυξημένο κίνδυνο διαβήτη και θανάτου.

Εκτίμηση του CDC αναφέρει ότι το ένα τρίτο των ενηλίκων ηλικίας 45 ετών και άνω αισθάνονται μοναξιά και σχεδόν 1 στους 4 ενηλίκους 65 ετών και άνω είναι κοινωνικά απομονωμένος. Αυτό σχετίζεται, όπως αναφέρουν, με κινδύνους για την υγεία, συμπεριλαμβανομένων υψηλότερων ποσοστών κατάθλιψης, άγχους και αυτοκτονίας.

Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του «JAMA», ενώ οι ηλικιωμένοι είναι σε κοινωνική απομόνωση από τα αγαπημένα τους πρόσωπα, δεν υφίστανται τις ίδιες επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία.

Οι ηλικιωμένοι επηρεάστηκαν ψυχικά λιγότερο από την πανδημία

Μια ομάδα ερευνητών σε ιδρύματα της Μασαχουσέτης, της Καλιφόρνια και της Πενσιλβάνια εξέτασε τα πρώτα δεδομένα από διάφορες παγκόσμιες μελέτες για ηλικιωμένους και την ψυχική τους υγεία κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Ενώ οι ηλικιωμένοι θεωρούνται ευάλωτοι πληθυσμοί για σοβαρή Cοvid-19 με σχετική θνησιμότητα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτοί οι ενήλικοι επηρεάστηκαν λιγότερο αρνητικά στην ψυχική υγεία από τους νεότερους.

Οι συμμετέχοντες ηλικίας 65 ετών και άνω ανέφεραν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά διαταραχής άγχους (6,2%), καταθλιπτικής διαταραχής (5,8%) ή διαταραχής που σχετίζεται με τραύμα ή άγχος (TSRD) (9,2%) από τους συμμετέχοντες νεότερων ηλικιακών ομάδων.

Σύμφωνα με την έκθεση, από τους συμμετέχοντες ηλικίας 18 έως 24 ετών, 49,1% ανέφερε διαταραχή άγχους, 52,3%, καταθλιπτική διαταραχή και 46% TSRD.

Από τους συμμετέχοντες ηλικίας 25 έως 44 ετών, 35,3% ανέφερε διαταραχή άγχους, 32,5% καταθλιπτική διαταραχή και 36% TSRD. Από τους 895 συμμετέχοντες ηλικίας 45 έως 64 ετών, 16,1% ανέφερε διαταραχή άγχους, 14,4% καταθλιπτική διαταραχή και 17,2% TSRD.

Φυσικά, αυτά τα ευρήματα δεν ισχύουν για κάθε ηλικιωμένο, καθώς εκείνοι από νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα είχαν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία τους.

Παράγοντες που επηρεάζουν την ανθεκτικότητα στους ηλικιωμένους 

Με βάση τα στοιχεία, οι συγγραφείς ανέφεραν ότι οι ηλικιωμένοι αντέχουν καλύτερα στα προβλήματα ψυχικής υγείας της πανδημίας χάρη στην αυξημένη ανθεκτικότητα και την προσπάθειά τους να παραμείνουν συνδεδεμένοι με άλλους.

Εξήγησαν ότι ορισμένες παγκόσμιες μελέτες έχουν δείξει πως η ανθεκτικότητα συνδέεται με τη διατήρηση ουσιαστικών σχέσεων με άλλους και την πρόσβαση σε φροντίδα ψυχικής υγείας.

«Ωστόσο, παρά αυτή την πρώιμη ανθεκτικότητα, οι ηλικιωμένοι εξέφρασαν ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη σωματική και οικονομική τους ευημερία», ανέφεραν οι συγγραφείς.

Η ανθεκτικότητα μπορεί επίσης να συνδέεται με τη σύνεση και τη φρόνηση. Η ανάλυση διαπίστωσε ότι η φρόνηση σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα συμπόνιας και λιγότερη μοναξιά.

Βελτίωση της ανθεκτικότητας

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η αυξημένη πρόσβαση στην τεχνολογία θα μπορούσε να βελτιώσει την ανθεκτικότητα σε μερικούς ηλικιωμένους που δεν διαθέτουν, για παράδειγμα, smartphones.

Πολλοί ηλικιωμένοι δεν έχουν τους πόρους που απαιτούνται για να αντιμετωπίσουν το άγχος του Covid-19. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει υλικά αγαθά (π.χ. έλλειψη πρόσβασης σε έξυπνη τεχνολογία), κοινωνικά (π.χ. λίγα μέλη της οικογένειας ή φίλους) ή γνωσιακούς ή βιολογικούς παράγοντες (π.χ. αδυναμία σωματικής άσκησης ή συμμετοχής σε δραστηριότητες).

Η αύξηση της πρόσβασης στην τεχνολογία και η σχετική εκπαίδευση θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους ηλικιωμένους να διατηρήσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις αλλά και να ενισχύσουν την εμπλοκή τους με υπηρεσίες ψυχικής υγείας.