Μια πολυετούς μελέτη απέδειξε ότι τα ψάρια αυξάνουν το προσδόκιμο ζωής.
Είναι γνωστό ότι η κατανάλωση ψαριών προσφέρει πολλά θρεπτικά συστατικά για τον οργανισμό. Γνωρίζατε όμως ότι η κατανάλωση τους αυξάνει τα χρόνια ζωής;
Πώς τα ψάρια αυξάνουν το προσδόκιμο ζωής;
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο «European Journal of Nutrition», είναι μια συνεργασία μεταξύ επιστημόνων στο Πανεπιστήμιο του Wolverhampton και των Πανεπιστημίων του Λονδίνου και του Λίβερπουλ.

Η μελέτη 4.165 συμμετεχόντων ηλικίας 60 ετών και άνω στην Κίνα αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι που κατανάλωναν ψάρια -τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα- παρουσιάζουν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο θνησιμότητας, σε ποσοστό 42%.
Τα υψηλότερα λιπαρά οξέα ψαριών και μακράς αλυσίδας ωμέγα-3 συνδέθηκαν σημαντικά με χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα
Αυτή η μελέτη διεξήχθη σε πέντε επαρχίες της Κίνας για να βρεθεί μια σημαντική σχέση μεταξύ της κατανάλωσης ψαριών σε μεγαλύτερη ηλικία και της θνησιμότητας από κάθε αιτία, κυρίως σε άτομα χωρίς άνοια. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι μέχρι στιγμής δεν είναι βέβαιο εάν τα ψάρια βοηθούν τα άτομα με άνοια στην πρόγνωση και την παράταση της ζωής τους.
Συγκρίνοντας, την υψηλότερη με τη χαμηλότερη κατανάλωση, οι άνδρες είχαν: α) χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα κατά 9%, β) χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα κατά 10% και γ) χαμηλότερη θνησιμότητα από χρόνια ηπατική νόσο κατά 37%. Από την άλλη οι γυναίκες είχαν α) χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα κατά 8%, β) χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα κατά 10% και γ) χαμηλότερη θνησιμότητα από νόσο Αλτσχάιμερ κατά 38%.
◊ Διαβάστε επίσης: Ψάρια με ωμέγα-3 και λειτουργία εγκεφάλου
Πείτε «όχι» στα τηγανητά ψάρια
Η κατανάλωση τηγανητών ψαριών δεν συνδέθηκε με τη θνησιμότητα στους άνδρες, ενώ στις γυναίκες συνδέθηκε με αυξημένους κινδύνους θνησιμότητας από οποιαδήποτε αιτία, τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τις αναπνευστικές νόσους.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, η παγκόσμια κατά κεφαλήν κατανάλωση ψαριών είναι κατά μέσο όρο 20 κιλά/έτος. Είναι πολύ χαμηλότερο στις χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα από ό,τι στις χώρες υψηλού εισοδήματος και στους ηλικιωμένους.