Νέες κατευθυντήριες οδηγίες στις ΗΠΑ δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην έγκαιρη πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου, προτείνοντας νωρίτερο έλεγχο της χοληστερόλης και συγκεκριμένους στόχους για την LDL ανάλογα με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η αυξημένη LDL χοληστερόλη, γνωστή και ως «κακή» χοληστερόλη, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Όταν παραμένει αυξημένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ευνοεί τη δημιουργία αθηρωματικών πλακών στις αρτηρίες και αυξάνει τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.
Οι νέες αμερικανικές οδηγίες μετατοπίζουν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον προς την πρόληψη από μικρότερη ηλικία, τη συνολική εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου και την έγκαιρη αντιμετώπιση των αυξημένων λιπιδίων.
Νωρίτερα η αντιμετώπιση της υψηλής χοληστερόλης
Μία από τις βασικές αρχές των νέων οδηγιών είναι ότι η διάρκεια της έκθεσης του οργανισμού σε αυξημένη LDL έχει σημασία. Η διατήρηση χαμηλότερων επιπέδων αθηρογόνων λιποπρωτεϊνών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να συμβάλει στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου αργότερα στη ζωή.
Η υγιεινή διατροφή, η σωματική δραστηριότητα, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η αποφυγή του καπνίσματος και οι υπόλοιπες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής παραμένουν βασικό μέρος της πρόληψης.
Ανάλογα όμως με τα επίπεδα της LDL και τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο του ασθενούς, μπορεί να χρειάζεται παράλληλα και φαρμακευτική θεραπεία, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Η απόφαση δεν βασίζεται επομένως μόνο σε έναν αριθμό χοληστερόλης, αλλά στο συνολικό προφίλ κινδύνου του κάθε ανθρώπου.
Έλεγχος χοληστερόλης από την παιδική ηλικία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έμφαση που δίνεται στον έλεγχο των λιπιδίων ήδη από την παιδική ηλικία.
Σύμφωνα με τις νέες συστάσεις που παρουσιάστηκαν στις ΗΠΑ, προτείνεται έλεγχος της χοληστερόλης σε παιδιά ηλικίας 9 έως 11 ετών, εφόσον δεν έχει προηγηθεί σχετική εξέταση.
Σε παιδιά με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου, όπως σημαντικό οικογενειακό ιστορικό πρόωρης καρδιαγγειακής νόσου ή διαταραχών της χοληστερόλης, ο έλεγχος μπορεί να αρχίσει νωρίτερα, ακόμη και από την ηλικία των 2 ετών.
Ο στόχος του πρώιμου ελέγχου δεν είναι να θεωρηθούν τα παιδιά «καρδιοπαθείς», αλλά να εντοπίζονται εγκαίρως περιπτώσεις σημαντικής δυσλιπιδαιμίας, συμπεριλαμβανομένης της οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας.
Τι είναι το PREVENT και πώς υπολογίζεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η χρήση του PREVENT, ενός εργαλείου εκτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Το εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου σε βάθος 10 και 30 ετών, ανάλογα με την ηλικία και τα χαρακτηριστικά του ατόμου.
Στην αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, τα επίπεδα χοληστερόλης, η αρτηριακή πίεση και άλλες πληροφορίες που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή υγεία.
Ο γιατρός μπορεί στη συνέχεια να συνεκτιμήσει πρόσθετους παράγοντες κινδύνου και να αποφασίσει μαζί με τον ασθενή εάν χρειάζεται εντατικότερη παρέμβαση για τη μείωση της LDL.
Ποιοι είναι οι νέοι στόχοι για την LDL χοληστερόλη;
Οι νέες αμερικανικές οδηγίες επαναφέρουν συγκεκριμένους θεραπευτικούς στόχους για την LDL-C, οι οποίοι διαφοροποιούνται ανάλογα με το επίπεδο καρδιαγγειακού κινδύνου.
| Αν ο ασθενής έχει αξιολογηθεί ως… | Στόχος LDL-C για τον ασθενή |
|---|---|
| Οριακού ή ενδιάμεσου καρδιαγγειακού κινδύνου | Κάτω από 100 mg/dL |
| Υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου | Κάτω από 70 mg/dL |
| Πολύ υψηλού κινδύνου με αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο | Κάτω από 55 mg/dL |
Οι παραπάνω τιμές δεν αποτελούν προσωπικό στόχο για όλους. Ο κατάλληλος στόχος LDL εξαρτάται από το ιστορικό, την ηλικία, την ύπαρξη καρδιαγγειακής νόσου και άλλους παράγοντες κινδύνου και πρέπει να καθορίζεται από τον θεράποντα γιατρό.
Πότε μπορεί να χρειάζεται θεραπεία;
Σύμφωνα με τη νέα προσέγγιση, η απόφαση για θεραπεία συνδέεται περισσότερο με τον συνολικό κίνδυνο και όχι αποκλειστικά με μία μεμονωμένη τιμή LDL.
Σε άτομα που χαρακτηρίζονται ως οριακού κινδύνου, με εκτιμώμενη πιθανότητα αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου περίπου 3% έως 5% μέσα σε 10 χρόνια, μπορεί να εξετάζεται η έναρξη θεραπευτικής παρέμβασης για τη μείωση της LDL, ανάλογα με τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου.
Σε άτομα ενδιάμεσου κινδύνου, με εκτιμώμενο κίνδυνο περίπου 5% έως 10%, η ανάγκη για φαρμακευτική αντιμετώπιση εξετάζεται πιο ενεργά.
Οι αριθμοί αυτοί δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους ασθενείς για αυτοδιάγνωση ή για έναρξη φαρμακευτικής αγωγής χωρίς ιατρική αξιολόγηση.
Οι στατίνες παραμένουν βασική θεραπεία
Οι στατίνες εξακολουθούν να αποτελούν βασικό πυλώνα της φαρμακευτικής αντιμετώπισης της αυξημένης LDL και της πρόληψης καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς στους οποίους ενδείκνυνται.
Ωστόσο, σήμερα υπάρχουν και άλλες θεραπευτικές επιλογές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κατάλληλους ασθενείς, μόνες τους ή σε συνδυασμό με στατίνη.
Σε αυτές περιλαμβάνονται:
- η εζετιμίμπη (ezetimibe),
- το βεμπεδοϊκό οξύ (bempedoic acid),
- οι αναστολείς PCSK9,
- η inclisiran.
Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το επίπεδο της LDL, τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, την ύπαρξη ήδη εγκατεστημένης καρδιαγγειακής νόσου, την ανταπόκριση σε προηγούμενη θεραπεία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς.
Η φαρμακευτική αγωγή δεν πρέπει να ξεκινά, να διακόπτεται ή να τροποποιείται χωρίς ιατρική καθοδήγηση.
Η LDL δεν είναι η μόνη εξέταση που έχει σημασία
Παρότι η LDL βρίσκεται στο επίκεντρο της πρόληψης, η συνολική εκτίμηση των λιπιδίων και του καρδιαγγειακού κινδύνου είναι ευρύτερη.
Η δυσλιπιδαιμία περιγράφει διαταραχές στα επίπεδα των λιπιδίων και λιποπρωτεϊνών του αίματος που μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης.
Για αυτό ο γιατρός αξιολογεί το λιπιδαιμικό προφίλ μαζί με παράγοντες όπως η αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα, ο διαβήτης, η νεφρική λειτουργία, το οικογενειακό ιστορικό και η παρουσία ήδη γνωστής καρδιαγγειακής νόσου.
Τι σημαίνουν οι νέες οδηγίες για τους ασθενείς;
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου δεν χρειάζεται να ξεκινά όταν εμφανιστεί το πρώτο καρδιακό επεισόδιο.
Η έγκαιρη αναγνώριση της αυξημένης χοληστερόλης, η συστηματική παρακολούθηση και η αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της συνολικής έκθεσης των αρτηριών σε αυξημένα επίπεδα αθηρογόνων λιποπρωτεϊνών.
Για ορισμένους ανθρώπους αρκούν σε πρώτη φάση οι κατάλληλες αλλαγές στον τρόπο ζωής. Για άλλους, ιδιαίτερα όταν ο συνολικός καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι αυξημένος, μπορεί να χρειάζεται και φαρμακευτική θεραπεία.
Δεν υπάρχει επομένως μία «ιδανική LDL» που να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Ο θεραπευτικός στόχος καθορίζεται με βάση τον συνολικό κίνδυνο και το ιατρικό ιστορικό κάθε ανθρώπου.
Τι πρέπει να κρατήσουμε
Οι νέες αμερικανικές κατευθυντήριες οδηγίες ενισχύουν τη λογική της έγκαιρης και εξατομικευμένης πρόληψης. Ο έλεγχος των λιπιδίων αρχίζει νωρίτερα, η εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου γίνεται πιο ολοκληρωμένα και οι στόχοι της LDL γίνονται αυστηρότεροι όσο αυξάνεται ο κίνδυνος του ασθενούς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με ελαφρώς αυξημένη LDL χρειάζεται φάρμακα ή ότι όλοι πρέπει να επιδιώκουν την ίδια τιμή χοληστερόλης. Σημαίνει ότι η LDL πρέπει να αξιολογείται στο πλαίσιο του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου και η αντιμετώπιση να εξατομικεύεται.
Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την αξιολόγηση από γιατρό. Οι θεραπευτικοί στόχοι και η ανάγκη φαρμακευτικής αγωγής καθορίζονται εξατομικευμένα.
Πηγή: American Heart Association (AHA) / American College of Cardiology (ACC), νέες κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση της δυσλιπιδαιμίας και της LDL χοληστερόλης.