Η λευχαιμία είναι μια μορφή νεοπλασίας που εμφανίζεται στο αίμα με άγνωστη αιτιολογία, αλλά με σημαντικές επιπτώσεις για την υγεία. Προσβάλλει το αιμοποιητικό σύστημα, που αποτελείται από διάφορα κύτταρα με διαφορετική μορφή και λειτουργία. 

O όρος «λευχαιµία» δόθηκε περί τα µέσα του 19ου αιώνα στη Γερµανία από τον Rudolf Virchow, ως µεταφορά στα ελληνικά του γερµανικού όρου «weisses blut», δηλαδή «λευκό αίµα».

Όταν ένα άτομο νοσήσει από λευχαιμία, στον μυελό των οστών παρατηρείται υπερπαραγωγή παθολογικών λευκών αιμοσφαιρίων, που δεν επιτελούν τη φυσιολογική τους λειτουργία, που είναι η αντιμετώπιση των λοιμώξεων. Γι’ αυτό η λευχαιμία ονομάζεται και καρκίνος του αίματος ή του μυελού των οστών.

Μορφές λευχαιμίας 

Η ασθένεια χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: στις οξείες και στις χρόνιες λευχαμίες. Οι οξείες παρουσιάζονται κυρίως στα παιδιά, που συνήθως ξεκινούν από τη βρεφική ηλικία, ενώ οι χρόνιες προσβάλλουν άτομα από τα 50 τους χρόνια και πάνω.

  • Οξεία Λεμφοβλαστική Λευχαιμία – Acute Lyphoblastic Leukemia (ALL).
  • Χρόνια Λεμφοβλαστική Λευχαιμία – Chronic Lymphocytic Leukemia (CLL).
  • Οξεία Μυελογενή Λευχαιμία – Acute Myelogenous Leukemia (AML).
  • Xρόνια Μυελογενή Λευχαιμία – Chronic Myelogenous Leukemia (CML).

Ο συχνότερος τύπος καρκίνου που συναντάται στα παιδιά είναι ο καρκίνος στο αίμα, η κοινώς αποκαλούμενη λευχαιμία. Η λευχαιμία μπορεί να διαγνωστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αν και συνήθως εμφανίζεται σε παιδιά ηλικίας 2-6 ετών, και είναι λίγο συχνότερη στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια.

Συμπτώματα 

  • Αναιμία
  • Αιμορραγία ή μώλωπες
  • Υποτροπιάζουσες λοιμώξεις
  • Πόνος στα οστά και στις αρθρώσεις
  • Πόνος στην κοιλιά
  • Διογκωμένοι λεμφαδένες
  • Δύσπνοια

Παιδική λευχαιμία και λέμφωμα 

Όπως προαναφέρθηκε, ο καρκίνος του αίματος εμφανίζεται σπάνια σε παιδιά, ωστόσο αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες της παιδικής θνησιμότητας. Όσον αφορά τα λεμφώματα, σύμφωνα με τη στρατιωτικό ιατρό, MD, MSc, ειδικευόμενη Παθολογικής Ογκολογίας Ευαγγελία Πλιάκου, αποτελούν την τρίτη κατά συχνότητα μορφή καρκίνου σε παιδιά, μετά τη λευχαιμία και τους όγκους του κεντρικού νευρικού συστήματος. Τα λεμφώματα διακρίνονται σε Hodgkin και μη Hodgkin και είναι όγκοι που προσβάλλουν τον λεμφικό ιστό.

Αιτιολογία παιδικής λευχαιμίας

Αν και η ακριβής αιτιολογία των καρκίνων της παιδικής ηλικίας δεν είναι ακόμα σαφής, το φύλο, η ηλικία, η φυλή, η έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία κατά την ενδομήτριο ζωή και ειδικά γενετικά σύνδρομα, π.χ. το Σύνδρομο Down, έχουν δείξει να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας. «Όσον αφορά την παιδική οξεία μυελογενή λευχαιμία, χημειοθεραπευτικοί παράγοντες και ιονίζουσα ακτινοβολία κατά την ενδομήτριο ζωή ή μετά τη γέννηση έχουν αναγνωριστεί ως παράγοντες κινδύνου. Το μικρό χρονικό διάστημα που προηγείται της εμφάνισης των καρκίνων της παιδικής ηλικίας παρέχει μικρή δυνατότητα για την αξιολόγηση της αιτιολογίας τους, ωστόσο η έκθεση σε διατροφικούς παράγοντες πιθανολογείται ότι μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση ή την πρόληψή τους», συμπληρώνει η κ. Πλιάκου.

Ο ρόλος του μητρικού θηλασμού στην προστασία κατά της παιδικής λευχαιμίας 

Η υπόθεση ότι ο θηλασμός προσφέρει προστασία έναντι κακοηθειών του λεμφικού ιστού βασίζεται στην πεποίθηση ότι μη σαφώς καθορισμένοι ιοί μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο και στο γεγονός ότι οι ανοσοσφαιρίνες από το γάλα της μητέρας προστατεύουν το βρέφος από τη μόλυνση. Πληθώρα ερευνών έχει δείξει ότι δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ μητρικού θηλασμού και κινδύνου ανάπτυξης λευχαιμίας.

Ο θηλασμός που διαρκεί λιγότερο από έξι μήνες μπορεί να είναι σε θέση να μειώσει κατά 12% τον κίνδυνο για οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία.

Πρόσφατες μελέτες ασθενών και επιδημιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι τελικά ο θηλασμός προστατεύει από την ανάπτυξη παιδικού καρκίνου, και ιδιαίτερα από την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Το μέγεθος των ερευνών αυτών ποικίλλει, όπως επίσης και οι μέθοδοι με τις οποίες έγινε επιβεβαίωση και επιλογή των ασθενών, της ομάδας ελέγχου και της διάρκειας του θηλασμού. «Ο μητρικός θηλασμός έχει αποδειχτεί ότι μπορεί να διεγείρει ή να ρυθμίσει την ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος στα βρέφη. Βρέφη τα οποία θηλάζουν παρουσιάζουν ενισχυμένη ανταπόκριση σε εμβολιασμούς και μεγαλύτερο μέγεθος του θύμου αδένα», αναφέρει η κ. Πλιάκου. Ουσιαστικά, το μητρικό γάλα επηρεάζει την ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος του βρέφους, καθώς περιέχει ανάμεικτα ανοσολογικά δραστικά συστατικά και αντιφλεγμονώδεις μηχανισμούς άμυνας. Οι μηχανισμοί αυτοί βελτιώνουν το εντερικό μικροβίωμα του παιδικού οργανισμού, ενώ ταυτόχρονα τον εφοδιάζουν με πολύτιμα βλαστικά κύτταρα.

Θεραπεία παιδικής λευχαιμίας 

Η ειδική θεραπεία για τη λευχαιμία καθορίζεται από τον γιατρό βάσει του ιατρικού ιστορικού, της ηλικίας, του τύπου/μεγέθους/θέσης του όγκου, της ανοχής του παιδιού στα φάρμακα και της επιθυμίας του ασθενούς και της οικογένειας. Η θεραπεία αρχίζει μετά την αντιμετώπιση των παρουσιαζόμενων συμπτωμάτων, όπως αναιμία, αιμορραγία ή  λοίμωξη. Επιπλέον, η θεραπεία για λευχαιμία μπορεί να περιλαμβάνει (μόνη ή σε συνδυασμό) τα ακόλουθα:

  • Χημειοθεραπεία
  • Ενδοραχιαία φάρμακα / χημειοθεραπεία που εισάγονται μέσω βελόνας στον νωτιαίο μυελό, στην περιοχή που ονομάζεται υποαραχνοειδής χώρος.
  • Ακτινοθεραπεία
  • Μεταμόσχευση αίματος και μυελού
  • Βιολογική θεραπεία
  • Υποστηρικτική φροντίδα για πόνο, πυρετό, λοίμωξη και ναυτία / έμετο
  • Μεταγγίσεις αίματος ερυθρών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων
  • Συνεχή φροντίδα παρακολούθησης για τον προσδιορισμό της απόκρισης στη θεραπεία, την ανίχνευση υποτροπιάζουσας νόσου και τη διαχείριση των καθυστερημένων αποτελεσμάτων της θεραπείας.

Πληροφορίες από: National Cancer Institute, cancer.org, bestrong.org.gr, medicalnewstoday.com