Για να διαπιστωθεί αν ο ασθενής θα ωφεληθεί από την τοποθέτηση νευροδιεγέρτη απαιτείται λεπτομερής έλεγχος. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να γίνει είτε κατά τη διάρκεια νοσηλείας τριών ημερών είτε σε εξωτερική βάση. Στη συνέχεια γίνεται ιατρικό συμβούλιο με την παρουσία του νευρολόγου και του νευροχειρουργού και αποφασίζεται αν ο ασθενής είναι κατάλληλος για την επέμβαση και πόσο θα ωφεληθεί από αυτή.

Ο έλεγχος απαιτεί:
  1. Νευρολογική εξέταση και λήψη ιστορικού για την επιβεβαίωση ότι ο ασθενής είναι κατάλληλου σταδίου και δεν μπορεί να ωφεληθεί περισσότερο από φαρμακευτική ή άλλη επεμβατική τεχνική.
  2. Διενέργεια δοκιμασίας LDOPA (LDOPA TEST- νοσηλεία μιας ημέρας). Αυτή είναι η σημαντικότερη δοκιμασία που πρέπει να γίνεται σε κάθε ασθενή που επιθυμεί να υποβληθεί σε DBS. Κατά τη δοκιμασία αυτή ο ασθενής διακόπτει την αγωγή του το μεσημέρι της παραμονής της εξέτασης και για 12 ώρες. Το επόμενο πρωί εξετάζεται στη χειρότερη κινητική κατάσταση OFF (best OFF). Στη συνέχεια του δίδεται μια συγκεκριμένη ποσότητα ντοπαμίνης και εξετάζεται στην καλύτερη κινητική κατάσταση ΟΝ (best ON). Για να είναι κατάλληλος για την εμφύτευση νευροδιεγέρτη θα πρέπει η βελτίωση από το καλύτερο OFF στο καλύτερο ΟΝ να είναι πάνω από 50%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο ασθενής μετά την επέμβαση αναμένει να βρίσκεται σε αυτή την καλύτερη κινητική κατάσταση ON (best ON) σε όλη την διάρκεια της ημέρας χωρίς κινητικές διακυμάνσεις όπως υπερκινησία ή ακινησία. Η δοκιμασία διαρκεί περίπου 2-4 ώρες.
  3. Νευροψυχολογικό έλεγχο ανώτερων νοητικών λειτουργιών και ψυχικής σφαίρας από νευροψυχολόγο – ψυχίατρο. Γίνεται με δομημένα ερωτηματολόγια. Ο έλεγχος διαρκεί περίπου τρεις ώρες.
  4. Διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου MRI (μπορεί να προσκομίζεται από τον ασθενή).

Η εμφύτευση του λεπτότατου ηλεκτροδίου διέγερσης γίνεται από τον νευροχειρουργό με τη βοήθεια του νευρολόγου, με μεγάλη ακρίβεια στο χειρουργείο και με στερεοτακτική μέθοδο. Χρησιμοποιούνται ειδικές τρισδιάστατες απεικονίσεις σε μαγνητικό τομογράφο, όπως επίσης και σύγχρονος άτλαντας για την επιτυχή στόχευση του πυρήνα. Η διάρκεια της επέμβασης είναι περίπου 4 ώρες. Ο ασθενής μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι από την επόμενη ημέρα.

Μετά την επέμβαση ο ασθενής παραμένει στο θεραπευτήριο. Ο νευρολόγος κάνει:
  1. Λεπτομερή καταγραφή των δυνατοτήτων και των περιορισμών του νευροδιεγέρτη
  2. Εξατομίκευση των ρυθμίσεων του νευροδιεγέρτη
  3. Μείωση της φαρμακευτικής του αγωγής

Η διάρκεια νοσηλείας κυμαίνεται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και της ηλικίας του ασθενή από 7 έως 15 ημέρες. Σκοπός μας είναι φεύγοντας ο ασθενής από το θεραπευτήριο να μπορεί να κινείται αυτόνομα με άνεση χωρίς να έχει κινητικές διακυμάνσεις.

Μετά την επέμβαση και για χρονικό διάστημα τριών μηνών απαιτούνται ρυθμίσεις των παραμέτρων του νευροδιεγέρτη από τον νευρολόγο σε εξωτερική βάση. Η επίσκεψη για τη ρύθμιση διαρκεί περίπου 1-2 ώρες. Μπορεί να γίνεται κάθε 10-15 ημέρες. Μετά το εξάμηνο η παρακολούθηση γίνεται ανά έτος.

Η επιτυχία του DBS εξαρτάται απόλυτα από τα εξής:
  1. Το στάδιο της ασθενείας. Σύμφωνα με την μελέτη EARLYSTIM του 2013 ισχύει ότι «όσο πιο νωρίς τόσο πιο καλά»
  2. Τη σωστή επιλογή του ασθενούς και της ατομικής του βαθμολογίας στο LDOPA TEST
  3. Την επιτυχημένη τοποθέτηση των ηλεκτροδίων
  4. Τη ρύθμιση των παραμέτρων του νευροδιεγέρτη που εξατομικεύονται για κάθε ασθενή
  5. Τη συμμόρφωση του ασθενή στις οδηγίες των ιατρών
Αποτελεσματικότητα της μεθόδου DBS 

Ήδη από την δοκιμασία LDOPA (LDOPA TEST) που γίνεται για τον έλεγχο καταλληλότητας, γνωρίζει ο ασθενής το ποσοστό βελτίωσης μετά την επέμβαση. Γενικά όμως, μπορούμε να πούμε ότι σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, προσφέρει βελτίωση κατά μέσο όρο 73% των κινητικών συμπτωμάτων, 58% μείωση της φαρμακευτικής αγωγής και 67% των δυσκινησιών. Αυτό σημαίνει ότι ένας ασθενής 55 ετών που κινδυνεύει να χάσει την εργασία του μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται ή ένας άλλος 65 ετών μπορεί να συνεχίσει να χαίρεται τη ζωή χωρίς την αναπηρία και τους περιορισμούς της νόσου. Η διάρκεια των αποτελεσμάτων αυτών είναι τουλάχιστον δέκα έτη. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου, πέραν από τη βελτίωση σε όλες τις παραμέτρους της νόσου είναι ότι προσφέρει ανεξαρτησία στον ασθενή, διότι η συσκευή του νευροδιεγέρτη τοποθετείται κάτω από το δέρμα όπως ο βηματοδότης καρδιάς.