Μια ομάδα ερευνητών στην Ισλανδία, η οποία δημοσίευσε τα αποτελέσματα της μελέτης την 1η Σεπτεμβρίου στο New England Journal of Medicine , απέδειξε ότι ο μοριακός έλεγχος είναι σπουδαίος, αλλά στιγμιαίος (ανιχνεύει δηλαδή τον ιό μόνο τη στιγμή της μόλυνσης και μόνο στις περιοχές από όπου συλλέγεται το διαγνωστικό υλικό). Επιπλέον είναι αυξημένου κόστους, περίπλοκος και μη επαρκής για τη μακροχρόνια παρακολούθηση της εξάπλωσης του κορονοϊού σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Η μελέτη των Ισλανδών ερευνητών μελετάται από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στον αντίποδα, η μελέτη των αντισωμάτων με ειδικά τεστ κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είναι ο ενδεικνυόμενος τρόπος για τη συλλογή πληθυσμιακών δεδομένων σχετικών με την έκθεση και διασπορά του SARS-CoV-2. Επιπλέον συμβάλει στην κατανόηση του ρόλου των αντισωμάτων στην προστατευτική ανοσία και στην ορθή καθοδήγηση των ερευνητών προς την ανάπτυξη εμβολίων.

Τα πιο καίρια σημεία των δημοσιεύσεων επεξεργάζονται από τους καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ουρανία Τσιτσιλώνη, Ευάγγελο Τέρπο και Θάνο Δημόπουλο (Πρύτανη ΕΚΠΑ).

Ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας και τα δεδομένα που μελετήθηκαν

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν 6 διαφορετικά τεστ αντισωμάτων έναντι διαφορετικών πρωτεϊνών του κορονοϊού και μέτρησαν τα ειδικά αντι-SARS-CoV-2 αντισώματα σε περίπου 30.000 άτομα στην Ισλανδία, χώρα με χαμηλό αριθμό κρουσμάτων (περίπου 2.000) και μόλις 10 θανάτους. Στόχος τους ήταν να αξιολογηθεί ο οροεπιπολασμός στον πληθυσμό της Ισλανδίας, αλλά ταυτόχρονα να καταγραφούν οι μεταβολές στα επίπεδα των αντισωμάτων τους πρώτους 4 μήνες μετά τη μόλυνση από τον SARS-CoV-2. Σημαντικό επίσης παράγοντα επιρροής θεωρούν τις μεταβολές που σχετίζονται με το φύλο, την ηλικία, συγκεκριμένους φαινότυπους (πχ. δείκτη μάζας σώματος, κάπνισμα, λήψη αντιφλεγμονωδών φαρμάκων) και τα συμπτώματα της COVID-19. Στην Ιρλανδία μέχρι τις 15 Ιουνίου 2020, το 15% που πληθυσμού είχε ήδη υποβληθεί σε μοριακό έλεγχο.

Τα πιο σημαντικά ευρήματα της οροεπιδημιολογικής μελέτης είναι τα κάτωθι:
  • Τα πλέον αξιόπιστα τεστ αντισωμάτων από τα 6 διαφορετικά που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη ήταν 2 που μετρούσαν συγχρόνως όλες τις τάξεις των ανοσοσφαιρινών (IgG, IgM και IgA ή αλλιώς pan-Ig).
  • Το 91,2% των ατόμων που νόσησαν και ανάρρωσαν (~2.000 άτομα) ανέπτυξαν αντισώματα και μάλιστα ο τίτλος των αντισωμάτων τους αυξήθηκε τους πρώτους 2 μήνες μετά τη λοίμωξη και στη συνέχεια παρέμεινε σταθερός.
  • Από τα άτομα σε καραντίνα (~4200 άτομα), το θετικό για αντισώματα ποσοστό ήταν μόλις 2,3%.Από τα άτομα που ήταν άγνωστο αν εκτέθηκαν στον ιό (~23.500 άτομα), μόνο το 0,3% ανέπτυξαν ανιχνεύσιμα αντισώματα στο αίμα τους.
  • Τα επίπεδα των αντισωμάτων ήταν υψηλότερα στους νοσηλευθέντες και στα ηλικιωμένα άτομα και χαμηλότερα στις γυναίκες, οι οποίες, συγκριτικά με τους άντρες, νοσηλεύτηκαν σε μικρότερο ποσοστό.
  • Άτομα με υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος είχαν και υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων, ενώ οι καπνιστές και όσοι λάμβαναν αντιφλεγμονώδη φάρμακα είχαν αρκετά χαμηλότερα επίπεδα.
Τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι παρά τον εκτεταμένο μοριακό έλεγχο στην Ισλανδία, σημαντικό ποσοστό των λοιμώξεων από τον κορονοϊό δεν είχαν ανιχνευθεί.
  • Από τα άτομα που ήταν θετικά για αντισώματα, μόνο το 56% είχε διαγνωστεί θετικό με μοριακό έλεγχο, αποτέλεσμα που δείχνει ότι τα τεστ αντισωμάτων αναγνωρίζουν μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων που εκτέθηκαν στον κορονοϊό και ισχυροποιεί τη χρήση των τεστ αντισωμάτων για την εκτίμηση της έκτασης και την παρακολούθηση της πανδημίας.
  • Βρέθηκαν θετικοί για αντισώματα το 14% όσων ήταν σε καραντίνα και ήταν αρνητικοί στο μοριακό έλεγχο, και το 30% όσων δεν είχαν ούτε θετικό μοριακό τεστ, ούτε ήταν σε καραντίνα.
  • Πάνω από το 90% των μοριακά επιβεβαιωμένων μολυνθέντων που μετρήθηκαν διαδοχικά για τα επίπεδα αντισωμάτων τους, παρέμειναν οροθετικοί 4 μήνες μετά την αρχική διάγνωση, χωρίς μάλιστα να μειωθούν τα αντισώματα στο αίμα τους.
  • Τέλος, ο χρόνος της δειγματοληψίας για τεστ αντισωμάτων είναι ιδιαίτερης σημασίας. Αν γίνει αμέσως μετά ή κοντά στη μόλυνση από τον SARS-CoV-2, μπορεί να παρατηρηθεί παροδική μείωση των αντισωμάτων. Αντίθετα, αν η δειγματοληψία γίνει αργότερα (~2 μήνες)  μπορεί να απεικονίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Αμφίβολη η αποφυγή επαναμόλυνσης λόγω αντισωμάτων στο αίμα

Εάν η παρουσία αντι-SARS-CoV-2 αντισωμάτων στο αίμα αποκλείει την πιθανότητα επαναμόλυνσης από τον κορονοϊό, παραμένει ακόμα ένα αναπάντητο ερώτημα, αναφέρουν οι καθηγητές του ΕΚΠΑ. Ωστόσο, προσθέτουν, τα δεδομένα που εμφανίστηκαν από τους ερευνητές στην Ισλανδία, συστήνουν τα τεστ αντισωμάτων ως την ενδεικνυόμενη διαγνωστική στρατηγική (σε σύγκριση με το μοριακό έλεγχο) για την αξιολόγηση του επιπολασμού του ιού σε πληθυσμιακό επίπεδο.