Η υπερλιπιδαιμία είναι η αύξηση των λιπιδίων (χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, HDL-χοληστερόλη, LDL- χοληστερόλη) του αίματος.
Αποτελεί ένα από τα συχνότερα προβλήματα που απασχολούν το κοινωνικό σύνολο. Είναι μία αρκετά συνηθισμένη παθολογική κατάσταση και είναι γνωστό ότι αποτελεί έναν παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο, όπως καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια.
Η υπερλιπιδαιμία βρίσκεται συχνά κατά τη διάρκεια εξετάσεων ρουτίνας. Συνήθως, η διάγνωση γίνεται μετά από μία εξέταση αίματος νηστείας. Η νηστεία σημαίνει τουλάχιστον 12 ώρες χωρίς φαγητό.
Η υπερλιπιδαιμία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη κληρονομικότητα. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν την κληρονομικότητα δεν οφείλονται μόνο στους γενετικούς παράγοντες αλλά και στις διατροφικές συνήθειες των ατόμων.
Βασικός μας στόχος για την αντιμετώπιση αυτής της ασθένειας είναι η υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής, με μείωση της κατανάλωσης τροφών πλούσιων σε λιπαρά και κατ’ επέκταση η μείωση του βάρους εάν είναι απαραίτητο.
Κλινική εικόνα της Υπερλιπιδαιμίας :
Οι υπερλιπιδαιμίες δεν προκαλούν συμπτώματα. Σε ορισμένες συγγενείς μορφές με λίαν αυξημένα τα επίπεδα της χοληστερόλης εμφανίζονται από παθήσεις ηλικίας ξανθελάσματα στα βλέφαρα και στους τένοντες των χειρών.
Διάγνωση Υπερλιπιδαιμίας
Γίνεται με μία απλή εξέταση αίματος μετά από νηστεία 8 ωρών. Συνήθως ελέγχεται η χοληστερόλη, τα τριγλυκερίδια, η HDL και η LDL. Σημειώνεται ότι με βάση την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία σημείο αναφοράς είναι η LDL («κακή» χοληστερίνη) που οι ιδανικές τιμές της είναι :
<160 mg/dl για φυσιολογικά άτομα με κανένα ή μόνο ένα παράγοντα κινδύνου
<130 mg/dl για φυσιολογικά άτομα με 2 ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου
<100 mg/dl για στεφανιαίους αρρώστους (με ιστορικό στηθάγχης, εμφράγματος, by-pass και αγγειοπλαστικής)
Οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας είναι οι εξής:
∙ Μείωση του σωματικού βάρους, με στόχο το ιδανικό βάρος
∙ Αύξηση της σωματικής δραστηριότητας
∙ Διακοπή ή μείωση του καπνίσματος
∙ Μείωση πρόσληψης χοληστερόλης και κορεσμένων λιπών. Τα κορεσμένα λίπη βρίσκονται σε ορισμένα κρέατα, γαλακτοκομικά προϊόντα, ψημένα προϊόντα και βαθιάς καταψύξεως και επεξεργασμένα τρόφιμα.
∙ Μείωση πρόσληψης αλατιού και ζάχαρης
∙ Αύξηση πρόσληψης πολυακόρεστων λιπαρών οξέων. Τρόφιμα πλούσια σε ω-3 λιπαρά οξέα περιλαμβάνουν τα ψάρια και το ελαιόλαδο.
∙ Αύξηση πρόσληψης άπεπτων φυτικών ινών, προσθέτοντας στην διατροφή του ατόμου, πολλά λαχανικά, φρούτα, ψωμί πιτυρούχο και μη αποφλοιωμένα δημητριακά.