Ένας στους πέντε ανθρώπους που επιβιώνουν μετά από καρδιακή ανακοπή με καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ) μπορεί να περιγράψει επιθανάτιες εμπειρίες.
Για τις επιθανάτιες εμπειρίες «μίλησε» και η μελέτη των επιστημόνων της Ιατρικής Σχολής Grossman του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, στην οποία συμμετείχαν 567 άνδρες και γυναίκες των οποίων η καρδιά σταμάτησε να χτυπά ενώ νοσηλεύονταν και έλαβαν ΚΑΡΠΑ μεταξύ Μαΐου 2017 και Μαρτίου 2020.
Επιθανάτιες εμπειρίες – Η έρευνα
Οι επιζώντες από την καρδιακή ανακοπή ανέφεραν ότι είχαν μοναδικές διαυγείς εμπειρίες, συμπεριλαμβανομένης της αντίληψης του αποχωρισμού από το σώμα, της παρατήρησης γεγονότων χωρίς πόνο ή αγωνία και μια ουσιαστική αξιολόγηση της ζωής, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων, των προθέσεων και των σκέψεων τους προς τους άλλους.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτές οι εμπειρίες θανάτου διαφέρουν από τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις, τα όνειρα ή τη συνείδηση που προκαλείται από την ΚΑΡΠΑ.
Μάθετε περισσότερα για την ΚΑΡΠΑ

Η μελέτη του εγκεφάλου επίσης έδειξε μια αυξημένη δραστηριότητα με εγκεφαλικά κύματα γάμα, δέλτα, θήτα, άλφα και βήτα έως μία ώρα μετά την εφαρμογή της τεχνικής ΚΑΡΠΑ. Ορισμένα από τα κύματα αυτά υπό φυσιολογικές συνθήκες συμβαίνουν όταν οι άνθρωποι έχουν κανονική συνείδηση και επιτελούν ανώτερες νοητικές λειτουργίες όπως σκέψη, μνήμη και αντίληψη.
Η εργασία περιελάμβανε επίσης τεστ για κρυφή εγκεφαλική δραστηριότητα
«Αυτές οι ανακαλούμενες εμπειρίες και οι αλλαγές των εγκεφαλικών κυμάτων μπορεί να είναι τα πρώτα σημάδια της λεγόμενης εμπειρίας παραλίγου θανάτου και τα έχουμε καταγράψει για πρώτη φορά σε μια μεγάλη μελέτη», δήλωσε ο Sam Parnia, επικεφαλής ερευνητής της μελέτης και αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιατρικής στο NYU Langone Health.
Πρόσθεσε ότι αυτή η διαυγής και έντονη εγκεφαλική δραστηριότητα, μαζί με τις αφηγήσεις ιστοριών επιθανάτιων εμπειριών, δείχνει ότι η ανθρώπινη αίσθηση του εαυτού και της συνείδησης, όπως και άλλες βιολογικές σωματικές λειτουργίες, πιθανώς δεν σταματά τελείως κοντά στη στιγμή του θανάτου.
«Αυτές οι διαυγείς εμπειρίες δεν μπορούν να θεωρηθούν “τρικ” ενός διαταραγμένου ή θνήσκοντος εγκεφάλου, αλλά μάλλον μια μοναδική ανθρώπινη εμπειρία που αναδύεται στο κατώφλι του θανάτου. Καθώς ο εγκέφαλος “κλείνει”, σταματούν και πολλά από τα φυσικά συστήματα αναστολής που διαθέτει. Αυτό παρέχει πρόσβαση στα βάθη της συνείδησης ενός ανθρώπου, μεταξύ άλλων στις αποθηκευμένες αναμνήσεις, σε σκέψεις από την πρώιμη παιδική ηλικία και σε άλλες όψεις της πραγματικότητας. Μολονότι κανένας δεν ξέρει τον εξελικτικό σκοπό αυτού του φαινομένου, ξεκάθαρα εγείρει προκλητικά ερωτήματα για την ανθρώπινη συνείδηση, ακόμη και κατά τον θάνατο», ανέφερε ο Parnia.
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τον ακριβέστερο προσδιορισμό των βιοδεικτών αυτού που θεωρείται κλινική συνείδηση, η ανθρώπινη εμπειρία θανάτου.
Tέλος επεσήμαναν ότι αν και οι έως τώρα μελέτες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν πλήρως την πραγματικότητα ή το νόημα τέτοιων εμπειριών των ασθενών και τους ισχυρισμούς τους για την ύπαρξη επίγνωσης σχετικά με τον θάνατο, έχει αποδειχθεί επίσης αδύνατο να καταρριφθούν αυτοί οι ισχυρισμοί και οι εμπειρίες. Γι’ αυτό υπογράμμισαν την ανάγκη οι επιθανάτιες εμπειρίες να τύχουν περαιτέρω απροκατάληπτης έρευνας.