Καρδιακή ανεπάρκεια είναι το σύνδρομο εκείνο κατά το οποίο, λόγω δομικών και λειτουργικών καταστάσεων, η καρδιά αδυνατεί να στείλει αίμα σε όλα τα όργανα του σώματος. Η πρόγνωση των ασθενών εξαρτάται από το κλάσμα εξώθησης, που είναι το ποσοστό του αίματος που βρίσκεται στην κοιλία, το οποίο εξωθείται από την καρδιά στη διάρκεια κάθε συστολής. Σε υγιείς ανθρώπους, το κλάσμα εξώθησης κυμαίνεται από 50% έως 70%. Ποια τα συμπτώματα και η θεραπεία; 

Καρδιακή ανεπάρκεια 

Ως καρδιακή ανεπάρκεια ορίζεται η μείωση της ικανότητας της καρδιάς να στέλνει την απαραίτητη ποσότητα αίματος που χρειάζεται το σώμα. Αυτό οφείλεται στη μείωση της ικανότητας της αριστερής κοιλίας για σύσπαση-συστολή ή/και για διάταση-διαστολή.

Καρδιοπάθεια - καλή και μη φυσιολογική λειτουργία της καρδιάς

Αίτια 

Τα κυριότερα αίτια είναι η στεφανιαία νόσος και η αρτηριακή υπέρταση. Ειδικότερα, η καρδιακή ανεπάρκεια είναι ένα χρόνιο κλινικό σύνδρομο που συνοδεύεται από συμπτώματα και προέρχεται από κατασκευαστική ή λειτουργική καρδιακή ανωμαλία (μυοκάρδιο, βαλβιδοπάθειες, αρρυθμίες κ.λπ.), με αργή εξέλιξη και τελικό στάδιο το οξύ πνευμονικό οίδημα. Άλλα αίτια, υπεύθυνα για την καρδιακή ανεπάρκεια, είναι οι συγγενείς καρδιοπάθειες, η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης, η χρόνια αναιμία, ενδοκρινικά νοσήματα, η κατάχρηση αλκοόλ, η νεφρική ανεπάρκεια, διηθητικές νόσοι της καρδιάς, όγκοι της καρδιάς κ.ά. Τέλος, μπορεί να οφείλεται και σε εκ γενετής ή άγνωστα αίτια, όπως είναι η διατατική ανεπάρκεια.

Συμπτώματα

Πριν από την εκδήλωση των συμπτωμάτων υπάρχει μεγάλη περίοδος με ελαφρύτερη συστολική ή/και διαστολική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας χωρίς συμπτώματα. Τα κυριότερα όμως συμπτώματα είναι:

  • Κόπωση
  • Δύσπνοια
  • Αρρυθμία
  • Αδυναμία
  • Ορθόπνοια
  • Αίσθημα ζάλης
  • Πρήξιμο στα πόδια
  • Σφίξιμο στον θώρακα

Κλάσμα εξώθησης (EF)

Το κλάσμα εξώθησης (ejection fraction) είναι υπεύθυνο για τη μέτρηση του ποσοστού αίματος που αντλεί η αριστερή κοιλία με κάθε συστολή. Αποτελεί το κύριο μέσο διάγνωσης πιθανής καρδιακής ανεπάρκειας. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας είναι ζωτικής σημασίας. Αν ο ασθενής ενημερωθεί και εφαρμόσει τις ιατρικές οδηγίες, μπορεί να ζήσει φυσιολογικά και για περισσότερα χρόνια.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία, η καρδιακή ανεπάρκεια κατηγοριοποιείται με βάση το κλάσμα εξώθησης, με το οποίο υπολογίζεται απεικονιστικά η δύναμη της συστολής της καρδιάς σε καρδιακή ανεπάρκεια με χαμηλό κλάσμα εξώθησης, εάν αυτό είναι κάτω του 40%, σε καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, εάν είναι άνω του 50%, και σε καρδιακή ανεπάρκεια με ενδιάμεσο κλάσμα εξώθησης, για τις περιπτώσεις ανάμεσα σε 40-50%.

Πότε να ανησυχήσω;

Μια μέτρηση κάτω από 40% μπορεί να αποτελεί ένδειξη καρδιακής ανεπάρκειας. Ένα κλάσμα εξώθησης που κυμαίνεται μεταξύ 41-49% θεωρείται οριακό, καθώς δεν επιβεβαιώνει την καρδιακή ανεπάρκεια. Αντ’ αυτού, μπορεί να υποδεικνύει κάποια βλάβη, ίσως από προηγούμενη καρδιακή προσβολή. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, το κλάσμα εξώθησης είναι κάτω από τα επίπεδα που αναφέρθηκαν. Από την άλλη, αν η μέτρηση είναι υψηλότερη από 75%, μπορεί να υποδηλώνει κάποια άλλη καρδιακή πάθηση, όπως είναι η υπερτροφική καρδιομυοπάθεια.

Διάγνωση 

Η διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας γίνεται από τον καρδιολόγο. Απαιτείται κλινική εξέταση και λήψη ιατρικού ιστορικού. Ο γιατρός μέσω ενός ειδικού ερωτηματολογίου διαπιστώνει αν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα που υποκρύπτουν προβλήματα στην καρδιά. Απαραίτητα είναι το καρδιογράφημα καθώς και το triplex καρδιάς. Αν ο γιατρός το κρίνει αναγκαίο, μπορεί να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις, όπως στεφανιογραφία, καθετηριασμό καρδιάς, μαγνητική τομογραφία καρδιάς, βιοχημικές εξετάσεις.

Θεραπεία

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας έχει πολλαπλά επίπεδα και εξατομικεύεται βάσει πολλών κριτηρίων. Πρώτα από όλα, ο ασθενής θα πρέπει οπωσδήποτε να περιορίσει δραστικά την πρόσληψη άλατος, να μειώσει το σωματικό του βάρος (εφόσον είναι παχύσαρκος), να ρυθμίσει την αρτηριακή του πίεση (εφόσον είναι υπερτασικός), να μπει σε σταδιακή διαδικασία άσκησης, να διακόψει το κάπνισμα ή το αλκοόλ, να έχει καλή συμμόρφωση με τα φάρμακα και να τηρεί την τακτική επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό του.

Τα διουρητικά, τα φάρμακα που μειώνουν το μεταφόρτιο και εκείνα που βελτιώνουν τη συσταλτικότητα της καρδιάς, συνδυάζονται με τη θεραπεία της χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας. Άλλα φάρμακα που έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικά είναι η νεσιριτίδη, τα νιτρώδη και η υδραλαζίνη. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που οφείλεται σε βαλβιδοπάθεια η επέμβαση αντικατάστασης της πάσχουσας βαλβίδας μπορεί να είναι αποτελεσματική. Η μεταμόσχευση καρδιάς μπορεί να εφαρμοστεί σε προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια, όταν υπάρχει διαθέσιμο μόσχευμα.

Πληροφορίες από: heart.org