Όταν αναφερόμαστε στην Εμβρυομεταφορά, εννοούμε το τελευταίο στάδιο τής τεχνικής τής Εξωσωματικής Γονιμοποίησης. Η Εξωσωματική Γονιμοποίηση, γνωστή και ως In Vitro Fertilization (IVF), είναι η διαδικασία κατά την οποία τα ωάρια γονιμοποιούνται στο εργαστήριο, με την βοήθεια του σπέρματος, έξω από την μήτρα. Η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί μια πολύ μεγάλη εξέλιξη στην θεραπεία της Υπογονιμότητας, όταν οι υπόλοιπες μέθοδοι δεν έχουν επιτύχει.

Η Εμβρυομεταφορά, λοιπόν, είναι η διαδικασία τής μεταφοράς των εμβρύων εις το εσωτερικό της μήτρας. Η εμβρυομεταφορά είναι μια διαδικασία ανώδυνη, δεν απαιτεί, συνήθως, νάρκωση και διαρκεί περίπου δέκα με δεκαπέντε λεπτά, συνολικά.

Υπάρχουν δύο τύποι εμβρυομεταφορών:
  • Η εμβρυομεταφορά εμβρύων 3ης ημέρας, δηλαδή 72 ώρες μετά την ωοληψία (τα έμβρυα μεταφέρονται στο στάδιο των 6-8 κυττάρων)
  • Η εμβρυομεταφορά βλαστοκύστεων (έμβρυα 5-6ης ημέρας, όπου ουσιαστικά η κάθε βλαστοκύστη αποτελείται από 12-16 κύτταρα και είναι έτοιμα για εμφύτευση στην μήτρα. Η μεταφορά βλαστοκύστεων αυξάνει την πιθανότητα μεταφοράς υγιών εμβρύων (υψηλότερη πιθανότητα εμφύτευσης). Εάν τα έμβρυα έχουν καλλιεργηθεί μέχρι το στάδιο της βλαστοκύστης, η εμβρυομεταφορά πραγματοποιείται την πέμπτη ή έκτη ημέρα. Η επιλογή των προς μεταφορά εμβρύων γίνεται επί τη βάσει συγκεκριμένων μορφολογικών κριτηρίων των εμβρύων και μεταφέρονται τα «καλύτερα» ποιοτικά έμβρυα, ούτως ώστε να έχουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας.

Η απόφαση για το πόσα έμβρυα θα μεταφερθούν λαμβάνεται από κοινού, από τον εμβρυολόγο, τον γιατρό και την ασθενή, πάντοτε σε συμφωνία με τίς οδηγίες τής Ελληνικής Αρχής Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Στην απόφαση αυτή παίζουν ρόλο, βεβαίως, ο ακριβής αριθμός εμβρύων που έχουν παραχθεί από την προσπάθεια εξωσωματικής, η ποιότητα των εμβρύων, η ηλικία τής μέλλουσας μητέρας και η πιθανότητα πολύδυμης κυήσεως (δίδυμα, κλπ).

Τα έμβρυα που δεν θα μεταφερθούν μπορούν να κρυο-καταψυχθούν και να αποθηκευθούν για να χρησιμοποιηθούν σε ύστερους κύκλους εξωσωματικής, εάν κριθεί απαραίτητο.

Όταν η γυναίκα προσέρχεται στην Μονάδα την προκαθορισμένη ώρα την ημέρα της εμβρυομεταφοράς, τής ζητείται να ξεκινήσει να πίνει αργά νερό. Όταν η γυναίκα αρχίσει να αισθάνεται πίεση προς ούρηση, γίνεται έλεγχος με κοιλιακό υπέρηχο από το προσωπικό τής Μονάδος για να διαπιστωθεί εάν η ουροδόχος κύστη έχει ικανό όγκο ούρων. Όταν ο όγκος των ούρων είναι ικανοποιητικός, η γυναίκα μεταφέρεται στην αίθουσα εμβρυομεταφοράς.

Η εμβρυομεταφορά πραγματοποιείται υπό άμεση παρακολούθηση με δισδιάστατο ή τρισδιάστατο κοιλιακό υπερηχογράφημα. Ο εμβρυολόγος προετοιμάζει τα καλύτερα έμβρυα προς μεταφορά, αναρροφώντας τα μέσα σε ένα μικρό καθετήρα, μαζί με καλλιεργητικό υλικό. Εν συνεχεία, ο ιατρός που πραγματοποιεί την εμβρυομεταφορά καθαρίζει τον τράχηλο τής μήτρας με καλλιεργητικό υλικό καιαναρροφά την βλέννη που μπορεί να υπάρχει εις τον τράχηλο.

Μετά από όλα αυτά, ο καθετήρας προωθείται δια του τραχήλου, με προσεκτικές και ήπιες κινήσεις, υπό υπερηχογραφική παρακολούθηση, εντός τής ενδομητρικής κοιλότητος καί τα έμβρυα εναποτίθενται στον πυθμένα (άνω τμήμα τής μήτρας). Με την ανάλογη προσοχή γίνεται και η απόσυρση του καθετήρα. Ο καθετήρας επιστρέφεται στον εμβρυολόγο για έλεγχο, ώστε ο εμβρυολόγος να βεβαιωθεί ότι μεταφέρθηκαν όλα τα έμβρυα και δεν έχει κατακρατηθεί κάποιο έμβρυο εντός του καθετήρος. Η πιθανότητα εγκυμοσύνης μετά την εμβρυομεταφορά μπορεί να επηρεάζεται από την ηλικία τής γυναίκας, την αιτία τής υπογονιμότητας, το πάχος του ενδομητρίου και την ποιότητα των μεταφερόμενων εμβρύων.

Είναι μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της προσπάθειας, γι’ αυτό και η πλήρης ηρεμία της γυναίκας έχει καθοριστική σημασία.

H σωστή εμβρυομεταφορά ολοκληρώνει και σφραγίζει την καλή πορεία της προσπάθειας. Μετά την εμβρυομεταφορά συνηθίζεται η γυναίκα να παραμένει κλινήρης για μία ώρα περίπου, αν και αυτή η πρακτική αμφισβητείται από διάφορες μελέτες. Εν συνεχεία, ζητείται από την γυναίκα να έχει περιορισμένη φυσική δραστηριότητα για τίς επόμενες 1-2 ημέρες. Το διάστημα μετά την εμβρυομεταφορά η γυναίκα λαμβάνει υποστηρικτική αγωγή με προγεστερόνη. Μετά από 12-14 ημέρες γίνεται εξέταση β-χοριακής για να διαπιστωθεί η ύπαρξη εγκυμοσύνης.

Όσον αφορά την περίοδο που διανύουμε τώρα, υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες για την λειτουργία των Μονάδων Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής εν τώ μέσω τής Πανδημίας COVID-19 από την Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθουμένης Αναπαραγωγής. Ανάμεσα στις οδηγίες αναφέρεται πως υπάρχει σύσταση γιά έλεγχο τού ρινοφαρυγγικού ή του στοματοφαρυγγικού επιχρίσματος τής γυναίκας με PCR πρίν την έναρξη τής θεραπείας πρόκλησης ωοθυλακιορρηξίας.

Πριν την ωοληψία ο έλεγχος του ρινοφαρυγγικού ή στοματοφαρυγγικού επιχρίσματος της γυναίκας είναι υποχρεωτικός. Επίσης, στην περίπτωση εμβρυομεταφοράς κατεψυγμένων εμβρύων υπάρχει ισχυρή σύσταση για έλεγχο του ρινοφαρυγγικού ή στοματοφαρυγγικού επιχρίσματος τής γυναίκας με μέθοδο PCR.

Δρ. Βασίλειος Μπαγιώκος M.D. PhD DFSRH

Μαιευτήρας – Γυναικολόγος Αναπαραγωγής

Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών