Η θρησκεία και η υγεία αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος από τις απαρχές της ανθρωπότητας. Τα τελευταία χρόνια είναι ολοένα και πιο επίκαιρες στις ψυχοκοινωνικές και υγειονομικές επιστήμες. Αρκετές έρευνες δείχνουν ότι η θρησκεία σχετίζεται με την αποτελεσματικότερη ανάρρωση των ατόμων που πιστεύουν.

Η επιστήμη της ψυχολογίας έχει καταδείξει θετικούς συσχετισμούς μεταξύ θρησκευτικών πεποιθήσεων και πρακτικών με την ψυχική και σωματική υγείας και μακροζωίας. Η θρησκεία όμως μπορεί να συσχετιστεί με αρνητικά αποτελέσματα όπως την ακατάλληλη χρήση υπηρεσιών υγείας, τον ασκητισμό και την καταπιεστική πίστη.

Ιστορικά, οι παραδοσιακοί πολιτισμοί αναγνώρισαν τη σημασία της πίστης στην υγεία και δημιούργησαν σύνθετες τελετές για να προωθήσουν το προσδόκιμο ζωής.

Θρησκεία υγεία και πρόληψη

Είτε χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ασθενειών είτε για την πρόληψη ασθενειών, ο πρωταρχικός σκοπός των περισσότερων μορφών πνευματικής θεραπείας ήταν η διατήρηση της σωματικής, ψυχολογικής και πνευματικής ευημερίας του ατόμου και της κοινότητας.

Με την έλευση της σύγχρονης ιατρικής, ωστόσο, η σημασία της πίστης και της προσδοκίας μέσα στη πνευματική θεραπεία εγκαταλείφθηκε στηριζόμενη σε μια αναγωγική, μηχανιστική και μη τελετουργική προσέγγιση της ιατρικής. Αυτή η προσέγγιση αγνόησε τις ψυχολογικές και πνευματικές πτυχές της υγείας. Επικεντρώθηκε σε βιολογικές ανωμαλίες και συγκεκριμένους μικροοργανισμούς ως την κύρια αιτία της νόσου. Πρόσφατα ωστόσο άρχισε η επανεξέταση της σχέσης της πνευματικής προοπτικής του ατόμου και της σωματικής του υγείας.

Επίδραση θρησκείας στην ατομική υγεία

Αρκετές έρευνες δείχνουν ότι η θρησκευτική συμμετοχή σχετίζεται με καλύτερα αποτελέσματα για άτομα που αναρρώνουν από σωματική και ψυχική ασθένεια. Πρόσφατη μελέτη ενός δείγματος ηλικιωμένων ενηλίκων, διαπίστωσε σχέση μεταξύ του βαθμού θρησκευτικής πίστης και της κατάστασης του ανοσοποιητικού συστήματος τους.

Συνολικά, η καλύτερη κατάσταση της φυσικής υγείας, σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα θρησκευτικής πίστης. Η εμπλοκή διαφορετικών δεικτών και ομάδων (π.χ φύλο, ηλικιακή ομάδα, φυλή / εθνικότητα και κοινωνική τάξη), δεν επηρεάζει τα πορίσματα.

Η σχέση μεταξύ προσευχής και υγείας έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών μελετών τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Προσευχή και ασθένειες

Ο Δρ Herbert Benson, καρδιοχειρουργός στη Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ ανακάλυψε αυτό που αποκαλεί «απόκριση χαλάρωσης», που συμβαίνει κατά τη διάρκεια περιόδων προσευχής και διαλογισμού. Σε τέτοιες στιγμές, ο μεταβολισμός του σώματος μειώνεται. Επίσης ο καρδιακός ρυθμός επιβραδύνεται και η αρτηριακή πίεση φθίνει και η αναπνοή μας γίνεται πιο ήρεμη. Ο Benson εκτιμά ότι περισσότερες από τις μισές επισκέψεις σε γιατρούς προκαλούνται από ασθένειες, όπως κατάθλιψη, υψηλή αρτηριακή πίεση, έλκη και ημικρανίες.

Ο Δρ Andrew Newberg, διευθυντής του Κέντρου Πνευματικότητας στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας διεξήγαγε μια μελέτη των Θιβετιανών Βουδιστών και των μοναχών Φραγκισκανών. Η μελέτη έδειξε μειωμένη δραστηριότητα στα μέρη του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αίσθηση του εαυτού. Διαπίστωσε ότι η προσευχή και ο διαλογισμός αυξάνουν τα επίπεδα της ντοπαμίνης, η οποία σχετίζεται με καταστάσεις ευεξίας και χαράς.

Πνευματική πρακτική και άνθρωπος

Η αίσθηση της βαθιάς ειρήνης που οι πνευματικοί διαφορετικών θρησκευτικών παραδόσεων αναφέρουν, δεν μπορεί να δοκιμαστεί με επιστημονικά μέσα.

Αυτό που μπορεί να μας πει η επιστήμη είναι ότι οι άνθρωποι που προσεύχονται και διαλογίζονται τείνουν να είναι πιο υγιείς και να ζουν περισσότερο από εκείνους που δεν το κάνουν. Το αν αυτά τα ευεργετήματα είναι απλώς απρόβλεπτες παρενέργειες από ακόμη βαθύτερα πνευματικά οφέλη παραμένει ζήτημα πίστης.