Μπορούν οι σκύλοι να ανιχνεύσουν τον Covid-19; Ναι, μπορούν! Σύμφωνα με νέα έρευνα, οι σκύλοι φαίνεται ότι μπορούν να ανιχνεύουν τις μολύνσεις που έχουν προκληθεί από τον κορονοϊό, και μάλιστα με αξιοσημείωτη ακρίβεια.

Κατά πόσο θα μπορούσε αυτή η οσφρητική ικανότητα να αξιοποιηθεί στην πράξη;

Βέβαια, σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Nature», οι ερευνητές ενημερώνουν ότι απαιτούνται ακόμα περαιτέρω μελέτες προτού επεκταθεί η προσέγγιση του θέματος.

Σκύλος και ιδιοκτήτης με μάσκα κατά του covid-19

Η Asher είναι εκκεντρική, η Storm αγαπά την ηλιοθεραπεία και η Maple λατρεύει να εξασκεί τον εγκέφαλό της. Και οι τρεις θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον έλεγχο της πανδημίας κατά του Covid-19, αλλά δεν είναι επιστήμονες ή πολιτικοί. Είναι σκύλοι.

Ήδη, σε διάφορα μέρη του κόσμου οι σκύλοι εκπαιδεύονται για να ανιχνεύουν τον Covid-19. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως αναφέρουν εκπαιδευτές σκύλων, τα συμπαθή ζώα έχουν σχεδόν απόλυτη ακρίβεια στην ανίχνευση του ιού. Γι’ αυτό ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν ότι οι σκύλοι είναι σε θέση να βοηθήσουν στον έλεγχο της πανδημίας, π.χ. «ελέγχοντας» χιλιάδες ανθρώπους σε πύλες αεροδρομίων, γήπεδα, πολυκαταστήματα και άλλους πολυσύχναστους χώρους.

Τα περισσότερα από αυτά τα ευρήματα δεν έχουν αξιολογηθεί ή δημοσιευτεί ακόμα, πράγμα που καθιστά δύσκολο για την ευρύτερη επιστημονική κοινότητα να αξιολογήσει αυτούς τους ισχυρισμούς. Οι ερευνητές, ωστόσο, που εργάζονται σε πιο συμβατικές δοκιμές ιών λένε ότι τα αρχικά αποτελέσματα από ομάδες σκύλων είναι ενδιαφέροντα και πολλά υποσχόμενα.

Στις 3 Νοεμβρίου ομάδες που συνεργάστηκαν με τα ζώα συναντήθηκαν σε ένα διαδικτυακό εργαστήριο με την ονομασία International K9 Team για να μοιραστούν προκαταρκτικά αποτελέσματα από πειράματα και να βελτιώσουν τον τρόπο συντονισμού της έρευνάς τους.

«Κανείς δεν λέει ότι μπορούν να αντικαταστήσουν μια μηχανή PCR, αλλά θα μπορούσαν να είναι πολύ ελπιδοφόρα», λέει ο κτηνιατρικός νευρολόγος Holger Volk στο Πανεπιστήμιο Κτηνιατρικής Ιατρικής του Ανόβερου στη Γερμανία, ο οποίος ηγείται μιας προσπάθειας για την εκπαίδευση και τη μελέτη σκύλων που ανίχνευσαν με τη μύτη τους τον Covid-19.

Εκπαιδευμένοι σκύλοι συμβάλλουν με την όσφρησή τους στην κοινωνία 

Οι άνθρωποι εδώ και δεκαετίες εκμεταλλεύονται την όσφρηση των σκύλων. Οι σκύλοι (sniffer) έχουν εκπαιδευτεί σε διάφορα καθήκοντα βοήθειας της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής, του στρατού, των γιατρών κ.ά., μυρίζοντας από ναρκωτικά και εκρηκτικά έως τον καρκίνο και την ελονοσία. Η μύτη των σκύλων διαθέτει 300 εκατ. κυτταρικούς υποδοχείς για την όσφρηση, έναντι μόνο 5-6 εκατ. των ανθρώπων. Έτσι, οι σκύλοι μπορούν να μυρίσουν ανεπαίσθητες μυρωδιές, που οι άνθρωποι δεν τις αντιλαμβάνονται καν.

Πολλοί επιστήμονες έστρεψαν την προσοχή τους στον Covid-19 από την αρχή της πανδημίας. Εκπαίδευσαν τους σκύλους να μπορούν να μυρίζουν δείγματα ανθρώπινου ιδρώτα σε αποστειρωμένα δοχεία και να ξαπλώνουν στο πάτωμα όταν εντοπίζουν σημάδια μόλυνσης. Παρόμοιες δοκιμές έχουν γίνει ήδη σε αεροδρόμια των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Λιβάνου και της Φινλανδίας με σκύλους που κλήθηκαν να μυρίσουν δείγματα ιδρώτα από επιβάτες και τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με εκείνα μοριακών τεστ που έκαναν οι ίδιοι άνθρωποι. Σύμφωνα με τους ερευνητές, υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις που οι σκύλοι ανίχνευσαν επιβάτες με κορονοϊό, ακόμη και ασυμπτωματικούς, πριν βγουν τα αποτελέσματα των τεστ.

Στην περίπτωση του αεροδρομίου του Λιβάνου, Γάλλοι και Λιβανέζοι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρ Ριάντ Σαρκίς του Πανεπιστημίου Σεν Ζοζέφ της Βηρυτού, έβαλαν δύο σκύλους να μυρίσουν 1.680 επιβάτες ‒ βρέθηκαν 158 μολυσμένοι με κορονοϊό, όπως επιβεβαιώθηκε με τα μοριακά τεστ που ακολούθησαν. Τα ζώα ανίχνευσαν σωστά σε ποσοστό 100% όσους δεν είχαν κορονοϊό και σε ποσοστό 92% όσους είχαν τον ιό. Ήδη, σύμφωνα με τον Σαρκίς, τον έχουν πλησιάσει σχολεία, τράπεζες, φυλακές και πολυκαταστήματα για να χρησιμοποιήσουν τέτοιους εκπαιδευμένους στον κορονοϊό σκύλους.

Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος με περιορισμένο εργαστηριακό χώρο θα μπορούσαν να επωφεληθούν ιδιαίτερα από την προσέγγιση, σύμφωνα με την ιολόγο στα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία της Γενεύης στην Ελβετία Isabella Eckerle.

Πηγή: Nature.com