Τι δείχνει νέα διεθνής πολυκεντρική μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Karolinska, η SENOMAC, στην οποία συμμετέχει και το Λαϊκό Νοσοκομείο.
Ο σκοπός της μελέτης και η συμμετοχή του Λαϊκού Νοσοκομείου

«Στη μελέτη αυτή αξιολογείται η μνήμη των μασχαλιαίων λεμφαδένων στην περίπτωση του καρκίνου του μαστού. Μέχρι σήμερα ο μασχαλιαίος χειρουργικός λεμφαδενικός καθαρισμός αποτελεί ενδεδειγμένη θεραπευτική στρατηγική υπό ορισμένες ενδείξεις. Η μελέτη SENOMAC διερευνά κατά πόσον είναι απαραίτητη η χειρουργική θεραπεία της μασχάλης ή αρκεί η λεμφαδενική «μνήμη» προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι λεμφαδενικές διηθήσεις από το ανοσοποιητικό σύστημα», σημειώνει στο «Ένθετο Υγεία»  ο καθηγητής Χειρουργικής ΕΚΠΑ –  Β΄ Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική του Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών, Κωνσταντίνος Κόντζογλου.  Και προσθέτει με νόημα: «Πλέον, καθίσταται σαφές ότι η χειρουργική ογκολογία δεν είναι μόνο η τεχνική αλλά και η γνώση των πρόσφατων ερευνητικών αποτελεσμάτων. Το μέλλον διαφαίνεται υποσχόμενο».

Το ζυγωτό – το πρώτο κύτταρο του νέου οργανισμού – περνά από διάφορα στάδια εξέλιξης και διαφοροποίησης μέχρι τον σχηματισμό ιστών και οργάνων. Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει την προστασία του από παράγοντες που θα μπορούσαν να διαταράξουν τη συντονισμένη λειτουργία. Ένα σύνολο μηχανισμών αποτελούν την άμυνα του οργανισμού».

Η άμυνα του οργανισμού εναντίον παθογόνων μικροοργανισμών επιτυγχάνεται με ένα σύνολο μηχανισμών που μπορούν να έχουν γενικευμένη (μη ειδική) ή εξειδικευμένη (ειδική) δράση. Η μη ειδική άμυνα είναι η δυνατότητα αντιμετώπισης οποιουδήποτε παθογόνου μικροοργανισμού. Περιλαμβάνει μηχανισμούς που παρεμποδίζουν την είσοδο των μικροοργανισμών στο σώμα καθώς και μηχανισμούς αντιμετώπισής τους μετά την είσοδό τους.

«Η ειδική άμυνα αποτελεί το αντικείμενο του ανοσολογικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από εξειδίκευση και μνήμη. Οποιαδήποτε ξένη προς τον οργανισμό ουσία αναγνωρίζεται και εξουδετερώνεται», σημειώνει ο καθηγητής,  επισημαίνοντας ότι ο  μηχανισμός ονομάζεται ανοσία και περιλαμβάνει δύο σκέλη:

Α. Κυτταρική ανοσία. Είναι η ικανότητα διάκρισης της ξένης ουσίας και η ενεργοποίηση των κυττάρων.
Β. Χημική ανοσία. Είναι η ενεργοποίηση κυτταρικών προϊόντων όπως τα αντισώματα.

Η ξένη ουσία που δημιουργεί την ανταπόκριση του ανοσοβιολογικού συστήματος ονομάζεται αντιγόνο. Το ανοσοποιητικό σύστημα αποτελείται από πρωτογενή λεμφικά όργανα όπως είναι ο μυελός των οστών και ο θύμος αδένας και δευτερογενή όργανα όπως οι λεμφαδένες, ο σπλήνας, οι αμυγδαλές και ο λεμφικός ιστός κατά μήκος του γαστρεντερικού σωλήνα.

Τα κύτταρα που απαρτίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι τα λεμφοκύτταρα κυρίως που ανήκουν στην κατηγορία των λευκών αιμοσφαιρίων και διακρίνονται σε Τ- και Β-λεμφοκύτταρα.

«Η χημική ανοσία που αναφέρθηκε παραπάνω, σχετίζεται με την ενεργοποίηση των Β-λεμφοκυττάρων. Τα Τα-λεμφοκύτταρα ενεργοποιούνται από τα αντιγόνα και εκκρίνουν ουσίες που ενεργοποιούν τα Β-λεμφοκύτταρα, τα οποία με τη σειρά τους πολλαπλασιάζονται και διαφοροποιούνται σε πλασματοκύτταρα και Β-λεμφοκύτταρα μνήμης. Τα πλασματοκύτταρα εκκρίνουν μεγάλες ποσότητες αντισωμάτων για το συγκεκριμένο αντιγόνο ενώ τα Β-λεμφοκύτταρα μνήμης θα ενεργοποιηθούν στην περίπτωση που ο οργανισμός θα προσβληθεί από το ίδιο αντιγόνο. Στην κυτταρική ανοσία τα βοηθητικά Τα-λεμφοκύτταρα στην περίπτωση που το αντιγόνο είναι ένα κύτταρο (καρκινικό κύτταρο ή κύτταρο μολυσμένο από ιό ή κύτταρο από μεταμοσχευμένο ιστό) βοηθούν τον πολλαπλασιασμό των κυτταροτοξικών Τ-λεμφοκυττάρων, τα οποία καταστρέφουν τα κύτταρα στόχους. Και σε αυτήν την περίπτωση σχηματίζονται Τ-λεμφοκύτταρα μνήμης για πιθανή μελλοντική επαφή του οργανισμού με το ίδιο αντιγόνο».

Εκπαίδευση κυττάρων

Συνεπώς, όπως εξηγεί ο καθηγητής, τα Τ-λεμφοκύτταρα καθοδηγούν όλα τα άλλα ανοσοκύτταρα και τα διδάσκουν – εκπαιδεύουν σε ποια αντιγόνα θα επιτίθενται και σε ποια όχι, καθώς υπάρχουν και αβλαβείς ξένες ουσίες όπως οι διάφοροι διατροφικοί παράγοντες. Η εκπαίδευση αυτή των ανοσοκυττάρων πραγματοποιείται μέσα στους λεμφαδένες. Οι λεμφαδένες είναι το σημείο συνάντησης των ανοσοκυττάρων μεταξύ τους και μεταξύ των αντιγόνων.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πάρα πολλές έρευνες έχουν γίνει για την κατανόηση του μηχανισμού ανοσολογικής απάντησης. «Ερευνητές έλαβαν Τ-λεμφοκύτταρα από λεμφαδένες διαφόρων οργάνων του σώματος. Έτσι είδαν ότι μεταμοσχεύοντας στο δέρμα λεμφαδένες από το έντερο, τα Τ-λεμφοκύτταρα εκπαίδευσαν τα υπόλοιπα ανοσοκύτταρα του δέρματος στο να είναι ανθεκτικά στα αντιγόνα της τροφής. Τα μεταμοσχευμένα κύτταρα διατήρησαν επί εβδομάδες τις αρχικές τους ιδιότητες. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, δεχόμαστε ότι οι λεμφαδένες παρουσιάζουν κάποιο είδος μνήμης. Υπάρχουν μελέτες σε πειραματόζωα όπου έχει μελετηθεί ο μηχανισμός της λεμφαδενικής μνήμης. Δύο παράγοντες που φαίνεται ότι είναι απαραίτητοι είναι η βιταμίνη Α και η χλωρίδα του εντέρου. Χωρίς αυτούς τους δυο παράγοντες οι λεμφαδένες χάνουν την ταυτότητά τους. Τα ευρήματα αυτά έχουν διαπιστωθεί και κλινικά στον άνθρωπο. Η μακροχρόνια μνήμη των λεμφαδένων επηρεάζεται από διαταραχές της εντερικής χλωρίδας».